Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Πολιτική οριοθέτηση της ανανεωτικής αριστεράς: Α.Π.- eΑΡΙΣΤΕΡΑ-ΑΡ.ΣΗ

Posted on 10:18 π.μ. by ΣΠΙΘΑΣ

Γιάννης Παπαθεοδώρου: Επανίδρυση ή αναπαλαίωση ;

17/02/10

(Μερικές σκέψεις για το «έκτακτο συνέδριο»,ενόψει

της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της Ανανεωτικής Πτέρυγας)


1. Το σύνδρομο του κομματικού αμορφισμού

Οι αποφάσεις της τελευταίας πανελλαδικής συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαίωσαν την προϋπάρχουσα τάση «ρευστοποίησης» του ΣΥΝ εντός του ΣΥΡΙΖΑ, επιτρέποντας, έτσι, τη μετεξέλιξη μιας πολιτικής συμμαχίας σε άτυπο ενιαίο κόμμα με «κάρτα μέλους», οργανωτικές δομές, και πολλαπλά πολιτικά κέντρα αποφάσεων. Τα προβλήματα βέβαια που ανέκυψαν μετά από μια τέτοια εξέλιξη δεν άργησαν να επηρεάσουν ολόκληρο το φάσμα της ανανεωτικής αριστεράς, στο βαθμό, μάλιστα, που ήδη από το καλοκαίρι, μετά τις ευρωεκλογές, το αίτημα του συγκεκριμένου χώρου για τον πολιτικό ανακαθορισμό του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, δεν άφηνε περιθώρια για νέους αυτοματισμούς, αυτοσχεδιασμούς και κυρίως παραπλανητικούς συμβιβασμούς. Ως «τάση», η Ανανεωτική Πτέρυγα πήρε τις αποστάσεις της από τις διαφαινόμενες διεργασίες «συριζοποίησης» του ΣΥΝ, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να υπερασπιστεί το «συνασπισμικό κεκτημένο». Λίγο καιρό αργότερα, ωστόσο, και ενώ η κρίση του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνεχιζόταν, ο ΣΥΝ πήρε την πρωτοβουλία να οδηγηθεί σε «έκτακτο συνέδριο», το οποίο θα αναλάβει δήθεν να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, με μια ελαφρώς διαφοροποιημένη στόχευση «συριζοποίησης» : ισχυροποίηση του ΣΥΝ εντός μια πολιτικής συμμαχίας που θα μετεξελιχθεί μελλοντικά σε ενιαίο νέο φορέα ∙ «σε κάτι που θα μοιάζει με κόμμα αλλά, προς το παρόν, δεν θα είναι ακριβώς κόμμα, αλλά θα θέλει να γίνει κόμμα» – σύμφωνα με την «ευρηματική» εξήγηση ορισμένων από τους εμπνευστές της «μετεξέλιξης». Είναι σαφές, πάντως, πως και στις δύο περιπτώσεις αναδεικνύεται ένα κεντρικό ζήτημα που αφορά την ίδια τη φύση του ΣΥΝ, την ιδιοσυστασία του, το παρόν και το μέλλον του. Για πρώτη φορά, μετά από είκοσι χρόνια ενεργού παρουσίας του ΣΥΝ, στελέχη, μέλη και συμμαχικές «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούν πολιτικά με σχεδόν αποκλειστικό κίνητρο τη διάλυση του ΣΥΝ, την περιθωριοποίησή του, ή έστω την υπέρβασή του, στο όνομα ενός ρευστού κομματικού αμορφισμού.

Στο μεταξύ, τα φαινόμενα αυτής της νέας θολής κομματικότητας πληθαίνουν : στο διαδίκτυο κυκλοφορούν συμβολικές «κόκκινες κάρτες» μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, στα αμφιθέατρα του Πολυτεχνείου το πλήθος των ΣΥΡΙΖαίων θέλει να «φωτίσει τις αιτίες που τ’ αφήνουνε μισό», στις συνεντεύξεις τύπου ο σύντροφος Αλαβάνος εξαγγέλλει το «Μέτωπο Ανατροπής και Αλληλεγγύης» και στα κόκκινα blogs διάφοροι σύντροφοι και φίλοι υπογράφουν κείμενα για το «ΣΥΡΙΖΑ 2, 3 κλπ.». Όλα αυτά και πολλά άλλα συμπτώματα ενισχύουν την πεποίθηση πως τόσο ο ΣΥΝ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν πλέον οριστικά εισέλθει σε μια βαθύτατη κρίση καταστατικού χαρακτήρα, που καταλήγει πρακτικά στην αποσύνθεση της ίδιας της συμμαχίας, τουλάχιστον έτσι όπως ιδρύθηκε ∙ κρίση που συνοδεύεται από την ταυτόχρονη ανάδυση μιας πολυδιάσπασης, η οποία ολοένα και περισσότερο προβάλλει τα απολύτως προσωποκεντρικά της χαρακτηριστικά : οι «έντεκα αρχηγοί» των πρόσφατων εκλογών – έστω και ως καρικατούρα μιας απόφασης που δεν τηρήθηκε ποτέ – θα πρέπει να θεωρηθούν ως αφετηριακό σημείο αυτής της νέας πολιτικής αλαζονείας, που θεωρεί πως ένα κόμμα (ΣΥΝ) και μια συμμαχία (ΣΥΡΙΖΑ) μπορούν απλώς να καταφύγουν στον αμορφισμό για να καλύψουν ατομικές διαδρομές, ιδιοτέλειες, φαντασιώσεις, μικρότητες και εύθραυστες ισορροπίες.

2. Πολιτική οριοθέτηση της ανανεωτικής αριστεράς

Απέναντι σε αυτή την ανησυχητική τροπή, η Ανανεωτική Πτέρυγα επέλεξε ορθά τη λύση της συγκρότησης ενός Forum Διαλόγου

- Α.Π

- Πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση της Ανανεωτικής Αριστεράς-

- ΑΡ.ΣΗ.

για να συσπειρώσει όλες εκείνες τις φωνές των αριστερών «με ή χωρίς κόμμα», που επιμένουν ακόμη να αναζητούν μια εναλλακτική πρόταση : είτε για τον ανακαθορισμό του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είτε για την αυτόνομη πορεία του ανανεωτικού χώρου. Η πρόταση, σε κάθε περίπτωση, είναι καλοδεχούμενη και αποτελεί, ίσως, τη μόνη - ίσως και την τελευταία- ευκαιρία για να διατυπωθεί ένα συνεκτικό ρεύμα ιδεών με επάλληλες θέσεις γύρω από την πορεία της Ανανεωτικής Αριστεράς. Αποτελεί, επίσης, το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στη διαμόρφωση της λεγόμενης «αντικαπιταλιστικής αντισυστημικής αριστεράς», που με πρωτόγνωρο τρόπο, τον τελευταίο καιρό, έχει προβεί σε ευθεία αμφισβήτηση της ιστορικής παρουσίας και των ανανεωτικών παραδόσεων του ΣΥΝ. Για αυτό το λόγο, ο διάλογος που έχει ξεκινήσει, σηματοδοτεί μια επιλογή ευθύνης, πέρα από τα στενά όρια μιας κομματικής «τάσης» ∙ στην πραγματικότητα, είναι μια πρωτοβουλία για την ίδια την πολιτική οριοθέτηση των ανανεωτικών ιδεών, οι οποίες, αν και έχουν κατοχυρώσει τον ιστορικό και πολιτικό τους ρόλο μέσα στην ίδια τη νεοελληνική κοινωνία, βάλλονται σήμερα από ποικίλους μηχανισμούς εντός κι εκτός του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πυρήνας αυτών των ιδεών, που θα μπορούσε, σχηματικά έστω, να κωδικοποιηθεί στο θεμελιώδες τρίπτυχο «δημοκρατικός σοσιαλισμός-αριστερός ευρωπαϊσμός-μεταρρυθμιστική στρατηγική» είναι (και παραμένει) συγκροτητικό στοιχείο μιας ιδεολογικής ταυτότητας, η οποία μπόλιασε με τη δυναμική της ολόκληρο το φάσμα της προοδευτικής πολιτικής, από τη μεταπολίτευση ως σήμερα, τόσο σε επίπεδο κοινωνικών αγώνων όσο και σε επίπεδο θεσμικών λύσεων, με μικρές ή μεγάλες αντιφάσεις στις επιμέρους πραγματώσεις της. Οι ιδέες αυτές εξακολουθούν για τους περισσότερους από εμάς να είναι ενεργές και να τροφοδοτούν τους προβληματισμούς μας για το μέλλον της αριστεράς. Γιατί ο χώρος της ανανεωτικής και διαρκώς ανανεούμενης αριστεράς δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα λείψανο περασμένων δεκαετιών. Αντίθετα, είναι και πρέπει να είναι ένα ζωντανό κύτταρο πολιτικού προβληματισμού και προγραμματικών θέσεων, που, με όλες τις ιδιομορφίες της σύγχρονης μετα-κομουνιστικής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, εξακολουθεί σήμερα να επεξεργάζεται λύσεις για την ευρύτερη σοσιαλιστική ηγεμονία.

3. Ο διπλός πολιτικός εκβιασμός

Ακριβώς αυτός ο χώρος απειλείται σήμερα, όχι εξαιτίας της κοινωνικής του απαξίωσης (οι εκλογές, άλλωστε, ήταν ενδεικτικές για τις δυνάμεις και τα πρόσωπα που προκρίθηκαν στο κοινοβούλιο) αλλά εξαιτίας ενός ιδιότυπου πολιτικού εκβιασμού από το νεο-αριστερισμό, που αναπτύχθηκε εντός του ΣΥΡΙΖΑ, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό και την ιδεολογική ταυτότητα του ΣΥΝ. Ο εκβιασμός αυτός συνθηματικά καλύπτεται κάτω από δύο ιδεολογήματα με αμφίβολη πολιτική αξία και έωλη αποτελεσματικότητα.: το «ΣΥΡΙΖΑ των μελών» και το «έκτακτο συνέδριο».

Το «ΣΥΡΙΖΑ των μελών» ενώ φαινομενικά φαντάζει ως το απαύγασμα των «διαδικασιών βάσης», παραπέμπει σε μια ψευδώνυμη αμεσοδημοκρατική διαδικασία και σε δήθεν αυτοδιαχειριστικές εστίες, οι οποίες περιφρονούν και καταλύουν τους ίδιους τους αντιπροσωπευτικούς κομματικούς θεσμούς, όχι μόνο όπως αυτοί αποτυπώνονται στο ΣΥΝ αλλά και στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Αυτή ακριβώς η άρνηση της αποδοχής των αντιπροσωπευτικών τάσεων, των εκλεγμένων σωμάτων και προσώπων που προέρχονται από τη βούληση των πολιτών, εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως αποτυπώθηκε στην εκλογική ψήφο, ισοδυναμεί με την κατάπνιξη της ίδιας της πολιτικής ζωής της ανανεωτικής αριστεράς και γενικεύει την κοινωνική παράλυση του ΣΥΡΙΖΑ. Από αυτή την άποψη, ο «ΣΥΡΙΖΑ των μελών» δεν είναι ένα νέο σχήμα οικιοθελούς ένταξης πολιτών στην υπόθεση της αριστεράς αλλά το ανώτατο στάδιο της νέο-αριστερίστικης γραφειοκρατίας ∙ ένα φέουδο των «συνιστωσών» που εκβιάζουν προκειμένου να πείσουν ότι σχεδόν ανύπαρκτες δυνάμεις και «γκρούπες» έχουν υπέρτερη ισχύ από ένα αναγνωρίσιμο κόμμα με ιστορία είκοσι χρόνων.

Είναι ενδεικτικό ότι μετά την ιδεολογική και πολιτική ήττα του αριστερισμού στις τελευταίες εκλογές, ορισμένοι από τους «συμμάχους» οδηγήθηκαν σε ακόμη πιο σεχταριστικές και εχθρικές θέσεις με σταθερό άξονα την αντιπολίτευση στον ΣΥΝ και στην ηγετική του ομάδα. Η στάση του Αλέκου Αλαβάνου καθώς και οι εκλεκτικές του συγγένειες με την Πρωτοβουλία για την Αντισυστημική Αριστερά (ΠΑΣΑ), την ΑΝΑΣΑ και την Ένωση Οπαδών (sic) ΣΥΡΙΖΑ (ΕΟΣ) αποτελούν σαφείς ενδείξεις για την επιτηδευμένη υποκρισία ενός μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, που στο όνομα νέων οργανωτικών λύσεων επιχειρεί την επανάληψη της πλέον παρακμιακής φραξιονιστικής δραστηριότητας. Προεκλογικά, η δραστηριότητα αυτή εκφράστηκε με την καλλιέργεια επιφυλάξεων απέναντι στο ΣΥΝ, και μετεκλογικά με την αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας της «αριστερής προγραμματικής αντιπολίτευσης». Κοινός παρονομαστής ήταν η ομηρία του ΣΥΝ από τη γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, και η σκιώδης επιτήρηση του κόμματος από τις συνιστώσες, σχεδόν σε κάθε εκδήλωση της κοινοβουλευτικής ομάδας.


Το τελευταίο – πολύ χαρακτηριστικό - επεισόδιο αυτής της επιθετικής υπονόμευσης του ΣΥΝ από το ΣΥΡΙΖΑ ήταν η θλιβερή ανακοίνωση ορισμένων μελών από διάφορες συνιστώσες εναντίον του Φώτη Κουβέλη.


Για πρώτη φορά, στα χρονικά της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας εγκαλείται κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος αριστερού κόμματος επειδή δήθεν προωθεί το κλίμα της νεοφιλελεύθερης «συναίνεσης»!


Το αίτημα της καθαίρεσης του Φώτη Κουβέλη από τη θέση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου συνιστά πρωτόγνωρη ενέργεια που πλήττει ευθέως την ομαλή λειτουργία και την αυτονομία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας αλλά και την ιδιοσυστασία του ΣΥΝ.


Όταν η «αριστερή προγραμματική αντιπολίτευση» απέναντι στην οικονομική κρίση εκλαμβάνεται ως «συναίνεση», τότε ή οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, ή το νόημα βρίσκεται ήδη υποθηκευμένο στα γραμμάτια του επαναστατικού βερμπαλισμού.


Όσο δε για τις αυτό-διοικητικές προτάσεις και την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Κουβέλης δεν είπε τίποτε περισσότερο από αυτό που επιθυμεί η πλειονότητα του προοδευτικού κόσμου:

να «γυρίσει σελίδα» η συντηρητική Θεσσαλονίκη και να αναγνωριστεί η ευαισθησία του Παπούλια σε μια σειρά από ζητήματα που απασχόλησαν τη δημόσια σφαίρα, το τελευταίο διάστημα.


Ως βουλευτής διατήρησε απλώς το δικαίωμα της γνώμης του και διεκδίκησε το ενδεχόμενο να πείσει τους συναδέλφους του για πιθανή αλλαγή στάσης στο θέμα της προεδρικής εκλογής.


Απέναντι σε αυτή τη νόμιμη και θεμιτή παρέμβαση, ορισμένα μέλη των συνιστωσών προέβησαν σε «προγραφή απόψεων» προς χάριν της «ανάπτυξης των κοινωνικών αγώνων» και της υλοποίησης των αποφάσεων της συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ. Αναρωτιέμαι : τι άλλο είναι ο δογματισμός αν δεν είναι το καταφύγιο μιας προ-αποφασισμένης αλήθειας ; τι άλλο είναι ο συγκεντρωτισμός αν δεν είναι η απόπειρα επιβολής των απόψεων μιας φωτισμένης πρωτοπορίας («κίνημα των 23») στη βάση των ψηφοφόρων ; Και επιτέλους, στο όνομα ποιας «βάσης» μιλάνε οι είκοσι τρειςι «σταυροφόροι» του ΣΥΡΙΖΑ ;


Χρειάζεται, άραγε, να θυμίσει κανείς πως ο Φώτης Κουβέλης

πήρε είκοσι τέσσερις χιλιάδες σταυρούς, στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση;


Ή μήπως τον εξέλεξαν κι αυτόν τα «συμφέροντα» λόγω της «επιλεκτικής του σχέσης με τα ΜΜΕ;

Τα πράγματα βέβαια θα ήταν αλλιώς αν υπήρχε ένα ισχυρό ανάχωμα στο εσωτερικό του ΣΥΝ ∙ μόνο που κι εκεί τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Στην πορεία της «συριζικής» διολίσθησης πρέπει να προστεθεί και η αδράνεια του «Αριστερού Ρεύματος» και η σταδιακή αποσκίρτηση του «Κοκκινο-Πράσινου Δικτύου», που με έναν ιδιότυπο κομματικό αυτοσχεδιασμό έσπευσε να δηλώσει την προσδοκώμενη έλευση του «νέου φορέα». Η εξέλιξη άλλωστε ήταν προδιαγεγραμμένη. Η απόσταση που χώριζε την «αριστερή στροφή» από την «αριστερίστικη στροφή» ήταν ελάχιστη και βρήκε γόνιμο έδαφος, εντός του ΣΥΝ. Ας σταθούμε όμως και στο ιδεολόγημα του «έκτακτου συνεδρίου». Η επιμονή του προέδρου και το άγχος της νομιμοποίησης της νέας ηγετικής ομάδας εξωθεί τα πράγματα σε μια απολιτική διαδικασία, στην οποία κυριαρχεί η κολακεία της «βάσης». «Αφού το θέλει η βάση, δεν μπορούμε παρά να πάμε σε συνέδριο», ακούμε από διάφορους συντρόφους. Σύμφωνοι ∙ αλλά ποιο είναι εκείνο το μείζον ζήτημα στο οποίο τοποθετήθηκε η βάση; Νομίζω πως είναι φανερό ότι η βάση αφομοίωσε και αναπαρήγαγε ένα προκατασκευασμένο άλλοθι που αφορά την ίδια την (αν)ικανότητα της συλλογικής καθοδήγησης του κόμματος : την ανεύρεση «εσωτερικού εχθρού».

Γιατί, τι άλλο μπορεί να είναι ένα «έκτακτο συνέδριο», σε αυτή τη συγκυρία, παρά συνέδριο συσχετισμών, εκκαθαρίσεων και ανακατανομής των τάσεων ; Απ’ όσο γνωρίζω, η προσφυγή στη βάση δεν προτάθηκε λόγω του κεντρικού ιδεολογικού θέματος – που είναι η σχέση ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ- αλλά με βάση τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στην κομματική ζωή. Το συνέδριο, λοιπόν, δεν είναι παρά το μέσο για να επιτευχθεί ένας ακόμη τακτικός ελιγμός της ηγεσίας του κόμματος. Η φαινομενική παντοδυναμία του Αριστερού Ρεύματος και η ιστορική παρουσία της Ανανεωτικής Πτέρυγας, καθώς και η μεταξύ τους σχέση, θα αντικατασταθούν από μια νέα εύθραυστη ισορροπία και πειθαρχία. Αλήθεια, πόσες φορές πρέπει να επανεκλεγεί ο σ. Τσίπρας για να καταλάβει πως η απάντηση στα εσωκομματικά προβλήματα είναι η επαναφορά της ίδιας της πολιτικής στο προσκήνιο και όχι το ανακάτεμα της τράπουλας ;

Το συνέδριο αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένα συνέδριο «απόσυρσης» της αριστεράς από τα μείζονα προβλήματα του τόπου, μια εσωστρεφής κίνηση πρόσκαιρης διευθέτησης του εσωκομματικού τοπίου που θα έρχεται «από το πουθενά» και θα απαντά «στο τίποτε». Αμφιβάλλει, άραγε, κανείς πως και η αμφισβήτηση του Τσίπρα και η πολυγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχιστεί ; Αμφιβάλλει, άραγε κανείς πως η εύκολη ρητορεία του προέδρου θα διανύει την απόσταση από τον «αριστερό τρίτο πόλο» στην «προγραμματική αντιπολίτευση» και το «μέτωπο κοινωνικής αντίστασης» με ταχύτητα φωτός ; Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το συνέδριο αυτό γίνεται για να ανεβάσει απλώς τις μετοχές της νέας ηγετικής ομάδας, με τη σιωπηρή αποδοχή του Ρεύματος και το στρίμωγμα της Ανανεωτικής Πτέρυγας. Είναι ένα ψευδώνυμο «έκτακτο συνέδριο» που σκοπό έχει να επικυρώσει τον οδικό χάρτη της «συριζοποίησης» του ΣΥΝ από τη νέα «προεδρική φρουρά». Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, αναρωτιέμαι τι ακριβώς θα επικυρώσει το επερχόμενο έκτακτο συνέδριο: την επανίδρυση του ΣΥΝ ; ένα νέο πολιτικό συμβόλαιο με το ΣΥΡΙΖΑ ; ή μήπως την κοινή μετεξέλιξη τους σε ένα θολό μόρφωμα αναχωρητικού ριζοσπαστισμού, έξω και πέρα από τα δεδομένα αλλά και τις προσδοκίες της κοινωνίας ;

Προφανώς, σε πρώτο επίπεδο, την εύκολη λύση θα τη δώσουν και πάλι οι νέοι «κεντριστές», που παραταγμένοι περί τον πρόεδρο θα ενισχύσουν το προφίλ του, ακόμα και με ανανεωτικό «άρωμα». Η επιζητούμενη επικύρωση πάντως του νέου «πολιτικού συμβολαίου» με το ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι όμως μια προωθητική διεργασία αλλά ένα κομματικό σωσίβιο χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα. Το έκτακτο συνέδριο, με όλη την έμφαση που δίνει στην εσωτερική δραστηριότητα και την οργανωτικοπολιτική λαγνεία γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη μια ένδειξη πως ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί πλέον να πρωταγωνιστήσει και να προκαλέσει «μαζικές πολιτικές εμπειρίες». Το χειρότερο, δηλαδή, είναι πως αυτό το νέο πολιτικό συμβόλαιο με το ΣΥΡΙΖΑ εγκαινιάζει, δίπλα και παράλληλα με το ΚΚΕ και την εξω-κοινοβουλευτική αριστερά, μια εντελώς νέα συνθήκη για το ελληνικό πολιτικό σύστημα : «την ενοχοποίηση του πολιτικού». Υιοθετώντας μια απόλυτη αρνητικότητα για τις επιμέρους πραγματώσεις της κεντρικής πολιτικής – αρνητικότητα η οποία βαπτίζεται «ριζοσπαστική κοινωνική αντίσταση» -, ο ΣΥΡΙΖΑ αποσύρεται από την ίδια την κοινωνία και την «πραγματική πραγματικότητα». Στη θέση του πολιτικού τοποθετεί το μανιχαϊστικό ομοίωμα μιας ανυπόστατης διάζευξης («σύστημα – αντισυστημισμός») παραδίδοντας, έτσι, - εκ του αποτελέσματος, έστω- τη σκυτάλη της πολιτικής στη δεξιά, για να γεμίσει το κενό. Η στάση αυτή δεν αποτελεί μόνο άρνηση των πιο σημαντικών παραδόσεων θεσμικής παρέμβασης της αριστεράς στον τόπο μας αλλά συνιστά και σύμπτωμα ενός νέο-δογματισμού.

Το να καταγγέλλει κανείς τον «πανταχού παρόντα» νεοφιλελευθερισμό δεν είναι μόνο δείγμα πολιτικής αμηχανίας αλλά και σύμπτωμα μιας εργαλειακής οικονομίστικης σκέψης που αδυνατεί να κατανοήσει τη συνθετότητα των νέων κοινωνικών σχέσεων. (Η οπισθοδρόμηση είναι ενδεικτική στη νεατερντάλεια θεωρία του «αδύναμου κρίκου» αλλά και στις επιθέσεις στο Σύμφωνο Σταθερότητας που διατυπώνονται διαρκώς διά στόματος Αλαβάνου κλπ.). Το να λέει κανείς πως τα μπλόκα των αγροτών «πρέπει να νικήσουν» – και επιμένω στα μπλόκα ως κατεξοχήν αντικοινωνική μορφή πάλης - δεν είναι απλώς λαϊκισμός αλλά αδυναμία υπεράσπισης του δημόσιου συμφέροντος. Το να αναγγέλλει κανείς κάθε βδομάδα «μέτωπα αντίστασης» και «μέτωπα ανατροπής», πέρα από κάθε υπαρκτό κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, δεν είναι απλώς επαναστατική πόζα αλλά ένδειξη αναβίωσης του χειρότερου συντεχνιακού συνδικαλισμού. Το να τα βάζει κανείς με τους «κερδοσκόπους των ευρωπαϊκών αγορών» έχοντας κάψει όλα τα χαρτιά (ακόμη και της «δεξιάς») πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης δεν είναι μόνο υποκριτική κραυγή διαμαρτυρίας αλλά μαξιμαλιστική αναβολή των ρεαλιστικών λύσεων. Σταχυολογώ μερικά μόνο από τα πρόσφατα και τυχαία συμπτώματα της κομματικής παθητικότητας που έχει επικρατήσει στο ΣΥΡΙΖΑ για να υποστηρίξω ότι η λεγόμενη «αντικαπιταλιστική αντισυστημική αριστερά» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μορφή ιδεολογικού μυστικισμού και προταγματικής μετάλλαξης : ξορκίζει την πραγματικότητα, υιοθετώντας μια αντι-εξουσιαστική ρητορεία και μια «κατάσταση διαρκούς απαισιοδοξίας», που αρμόζει περισσότερο σε γκρουπούσκουλο παρά σε κόμμα.

4. Επανίδρυση ή αναπαλαίωση ;

Σήμερα πια, οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής συνεννόησης ανάμεσα στο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είναι ναρκοθετημένη, γιατί εξέλιπε πλέον η ουσιαστική «παρέμβαση του κόμματος» : ο ενεργός, δηλαδή, ρόλος του στην ανάληψη πρωτοβουλιών που θα κατοχύρωναν τον ηγεμονικό του χαρακτήρα και θα οδηγούσαν σε μια συμμαχία με τις δυνάμεις της οικολογίας και της σοσιαλδημοκρατίας. Και δυστυχώς σε αυτό το σημείο, βαρύτατες ευθύνες έχει και η ίδια η ηγεσία του ΣΥΝ που στάθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υπάρχουσα συμμαχία έχει χάσει – εκ των πραγμάτων - πλέον τον προγραμματικό και στρατηγικό της χαρακτήρα, επειδή δεν έχει καταφέρει να προβάλει ένα ενιαίο πειστικό πολιτικό πρόταγμα απέναντι στη κοινωνική συγκυρία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως συμμαχία έχει ουσιαστικά αυτό-διαλυθεί : αφού πρώτα απέτυχε ως ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης της νέας κοινωνικής αριστεράς, τώρα αποτυγχάνει και στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής. Οι δύο όψεις δεν είναι βέβαια άσχετες μεταξύ τους, αφού ο καθοδηγητικός ρόλος και η οργανωτική λειτουργία ενός κόμματος ή έστω μιας συμμαχίας έχει καθοριστική σημασία για την ίδια την ιδεολογική του/της λειτουργία. Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ιδεολογικό κενό του ΣΥΡΙΖΑ. Παρ’ όλο που δεν είναι συμμαχία πολιτικής ενότητας και «καθαρότητας», ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να σκέφτεται γύρω από την κοινωνία και την πολιτική ως «ολότητα» - ως «αντικειμενική αντιφατική ενότητα στοιχείων», θα λέγαμε παλαιότερα - αποθεώνοντας τον ατομικό εμπειρισμό, σε όλες τις κλίμακες του. Η φαρσοκωμωδία του καλοκαιριού (με την «ξε-παραίτηση» Αλαβάνου και το μελόδραμα του Κοροβέση) ήταν η αρχή αυτής της αυτιστικής δυσλειτουργίας. Ότι έχει απομείνει πια σήμερα είναι συνομαδώσεις που στοιχίζονται πίσω από σφραγίδες και ατομικές τακτικές, ξένες προς τις παραδόσεις της ανανεωτικής αριστεράς. Το ιδεολογικό χάσμα με το ΣΥΡΙΖΑ μεγαλώνει, και μαζί του μεγαλώνει η αδυναμία της αριστεράς να μετασχηματίσει τις οικονομικές και πολιτικές δομές της ελληνικής κοινωνίας, στο μέτρο και στο βαθμό που τις αναλογεί.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της πορείας είναι γνωστό : οργανώσεις που κλείνουν, ψηφοδέλτια που διασπώνται, και κυρίως ένας κόσμος που αποσύρεται (συγκυριακά ή και οριστικά) από την καθημερινή ζωή της αριστεράς. Θα τον φέρει πίσω το έκτακτο συνέδριο και η πανικόβλητη αναδίπλωση της ανταγωνιστικής «συριζοποίησης» μεταξύ Τσίπρα και Αλαβάνου ; Πολύ αμφιβάλλω. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν η Ανανεωτική Πτέρυγα θα συμμετάσχει σε αυτό το «έκτακτο συνέδριο», στο οποίο η ηγεσία του ΣΥΝ επικαλείται μια ψευδώνυμη «επανίδρυση» για να εφαρμόσει, πιο γρήγορα και χωρίς ενοχλητικές φωνές, την «αναπαλαίωση» της αριστεράς. Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα και από τους συντρόφους που προκρίνουν τη συμμετοχή και από εκείνους που διατηρούν τις επιφυλάξεις τους. Ας έχουμε πάντα στο νου μας πως ο ΣΥΝ ήταν ένα εγχείρημα μακράς πνοής που επηρέασε βαθιά την πολιτική δεσμευτικότητα όλων των συντρόφων. Έτσι, ακόμα κι αν πολλοί από την Πτέρυγα διατείνονται πως «όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά», η πιθανή λύση που θα επικρατήσει, είναι η συμμετοχή στο συνέδριο με μια διακριτή πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα. Από αυτό ακριβώς το σημείο, ωστόσο, αρχίζουν τα δύσκολα : αν, δηλαδή, ως τώρα η λύση της «διαφοροποίησης» ήταν ένα θεμιτό μέσο διαχωρισμού της ανανεωτικής αριστεράς απέναντι στο νέο-αριστερισμό του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το συνέδριο – και με όλες τις ανακατατάξεις που θα προκύψουν – η διαπραγμάτευση θα εξελιχθεί σε μια δευτερεύουσα διαδικασία περιφερειακής ενσωμάτωσης. Ή αλλιώς : κάτι που να θυμίζει «ανανέωση» χωρίς να μπορεί να μπολιάσει ενεργά το νέο κομματικό έδαφος, και κυρίως την πολιτική ζωή του τόπου.

Ωστόσο, επειδή η πολιτική δεν είναι αποκλειστική υπόθεση των «τάσεων» και των ηγεσιών αλλά των πολιτών που εκφράζονται μέσα από (και περί) τα κόμματα, η δημοκρατική μεταρρυθμιστική αριστερά δεν έχει άλλο τρόπο να εκφραστεί και να αντιμετωπίσει την κρίση της παρά μέσα από τον ευρύτερο το δημόσιο χώρο της.


Κι αυτός ο δημόσιος χώρος θα δείξει τελικά αν η ανανεωτική αριστερά σήμερα μπορεί να αποτελέσει ένα διακριτό και αυτόνομο φορέα πολιτικής ευθύνης ή θα αφομοιωθεί μέσα σε ένα αριστερίστικο κόμμα, έξω και πέρα από την κοινωνία. Το σίγουρο είναι πως η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της Α.Π θα πρέπει πραγματικά να λάβει υπόψη της και να συζητήσει «όλα τα ενδεχόμενα». Ακόμα κι αυτά που μπορεί να τη βγάζουν από τις δικές της βεβαιότητες για το «αυτονόητο» των επιλογών όλων μας.

No Response to "Πολιτική οριοθέτηση της ανανεωτικής αριστεράς: Α.Π.- eΑΡΙΣΤΕΡΑ-ΑΡ.ΣΗ"