Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Ενεργειακή πολιτική και ενεργειακή ανεξαρτησία

Posted on 12:11 μ.μ. by ΣΠΙΘΑΣ

0 ενεργειακός πόλεμος και η θέση της χώρας μας

Γράφει ο Χρήστος Παπουτσής, Βουλευτής ΠΑΣΟΚ Α Αθήνας, Μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου και του Κοινοβουλευτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ Για την Ενέργεια

Διανύουμε μια περίοδο που συνεχώς ενισχύεται η γεωοικονομική λογική. Η ενέργεια αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τη βάση της παγκόσμιας οικονομίας. Αποτελεί τη βάση της παγκόσμιας ανάπτυξης αλλά και της κοινωνικής ευημερίας. Η ενεργειακή πολιτική αποτελεί, στις μέρες μας, μια σημαντική παράμετρο της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και της πολιτικής ασφάλειας όλων των κρατών.


Τα τελευταία χρόνια, πραγματοποιείται σε διεθνές επίπεδο, μια σημαντική ανακατανομή και αναδιοργάνωση των ενεργειακών πόρων, με μακροπρόθεσμες στρατηγικές, οικονομικές αλλά και κοινωνικές συνέπειες. Δημιουργούνται νέοι ενεργειακοί πόλοι. Η ευρύτερη παρευξείνεια περιοχή, η υπερ-Καυκασία και η Κεντρική Ασία.

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει αβεβαιότητα για τη δυνατότητα κάλυψης των μελλοντικών αναγκών της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης.

Κι αυτή η αβεβαιότητα έχει σαν αποτέλεσμα την ένταση των προσπαθειών για τον έλεγχο των υφιστάμενων, αλλά και των νέων κοιτασμάτων. Για τον έλεγχο των οδών μεταφοράς τους. Για τον έλεγχο και την επιρροή τους στην εμπορική αλυσίδα διακίνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι προφανείς οι πολιτικές και οικονομικές παράμετροι της ενεργειακής συνεργασίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στην περιοχή της Βαλκανικής, αναμένονται επενδύσεις 25 δισ. ευρώ στον τομέα της ενέργειας για τα επόμενα 15 χρόνια. Γεγονός που επηρεάζει τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και τις διπλωματικές κινήσεις. Αλλά βεβαίως επηρεάζει σημαντικά και τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και τους επιχειρηματικούς προσανατολισμούς.

Η σημασία του αγωγού Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη, ως της τελικής, αν και όχι της μοναδικής, εξόδου των πετρελαίων της Κασπίας στη Μεσόγειο, είναι πλέον αναγνωρισμένη, καθώς θα αποτελεί τμήμα ενός πολυεθνικού διηπειρωτικού δικτύου μεταφοράς πετρελαίου.

Οπως, επίσης, είναι αναγνωρισμένα και τα άλλα μεγάλα έργα. Είναι αναγνωρισμένη η αξία των δύο μεγάλων έργων μεταφοράς φυσικού αερίου από την Κεντρική Ασία στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.

Η διασύνδεση δηλαδή Τουρκίας - Ελλάδας - Ιταλίας, αλλά και ο αγωγός Nabucco που, ξεκινώντας από την Τουρκία, θα διέρχεται από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία για να καταλήγει στην Αυστρία.


Και το ενεργειακό ενδιαφέρον για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ιδιαίτερα για τη χώρα μας συνεχώς μεγαλώνει.

Πρόσφατο παράδειγμα, η ρωσοϊταλική συμφωνία για αγωγό φυσικού αερίου, τον αγωγό Σάουθ Στριμ, για τον οποίο ανακοινώθηκε, πριν από περίπου ένα μήνα, η συμφωνία να διερευνηθεί και να μελετηθεί η δυνατότητα να διέρχεται ένα τμήμα του και από την Ελλάδα.

Οι αλληλεπιδράσεις, που αναπτύσσονται από την Ν.Α. Ευρώπη, μέχρι τις χώρες της Κασπίας και της Μέσης Ανατολής, είναι έντονες.

Κι οι μεγάλοι ενεργειακοί πρωταγωνιστές, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση, επιχειρούν να διασφαλίσουν το μεγαλύτερο μερίδιο πολιτικής και οικονομικής επιρροής και ισχύος στους ενεργειακούς σχεδιασμούς, για την ανάπτυξη των δικτύων, τη διαχείριση των αγωγών μεταφοράς, αλλά και τη λειτουργία των αγορών.

Στις συνθήκες αυτές, τα ζητήματα της ομαλής λειτουργίας της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς και της ασφάλειας εφοδιασμού συναρτώνται με τη διαφοροποίηση των πηγών.

Η Ρωσία είναι αναμφισβήτητα ένας ισχυρός εταίρος της Ένωσης. Δεν πρέπει να είναι όμως ο αποκλειστικός προμηθευτής. Η εταιρική ενεργειακή σχέση Ε.Ε.- Ρωσίας είναι ζωτικής σημασίας για όλους. Μια σχέση, η οποία θα πρέπει να βασίζεται στην αναγνώριση της αλληλεξάρτησης, της εγγύησης των επενδύσεων και της αμοιβαιότητας, όσον αφορά στην πρόσβαση στις αγορές και τις υποδομές.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία η ενθάρρυνση της κατασκευής αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου από την Κασπία και τη Μέση Ανατολή. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δημιουργία σταθμών αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Οι πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της περιόδου του 1996, για την περιφερειακή ενεργειακή συνεργασία, αποτέλεσαν μια καλά δομημένη αφετηρία διμερών και πολυμερών διαβουλεύσεων. Είναι κρίμα που δεν κατέληξαν στη δημιουργία μιας περιφερειακής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σε ένα διαβαλκανικό δίκτυο υπόγειων αποθηκών φυσικού αερίου, δύο ιδέες που προωθούσαμε εκείνη την περίοδο.

Αλλά οπωσδήποτε είναι θετικό το αποτέλεσμα, η υπογραφή της Συνθήκης για τη συγκρότηση της Ενεργειακής Κοινότητας μεταξύ της Ε.Ε. και των χωρών της Ν.Α. Ευρώπης, που δεν είναι μέλη της Ε.Ε.

Η ενεργειακή κοινότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα συνεργασίας της Ευρώπης των 27 κρατών-μελών με γειτονικά κράτη, με κανόνες διαφάνειας στην αγορά, στις επενδύσεις, στην ανάπτυξη.

Με επάρκεια και ασφάλεια στον ενεργειακό εφοδιασμό και τη διαχείριση της ζήτησης.

Με χρηματοοικονομική υποστήριξη περιβαλλοντικών σχεδίων κοινού ενδιαφέροντος.

Με την αξιοποίηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας, μια πολιτική νέα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μια πολιτική που περιλαμβάνει την ενέργεια ως δυναμική συνιστώσα της πολιτικής της Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια.

Και είναι ακριβώς αυτό το πλαίσιο που θα επιτρέψει στο μέλλον την προοδευτική διασύνδεση των ενεργειακών αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας, με την εσωτερική αγορά ενέργειας της Ε.Ε.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα παραμένει βεβαίως εξαιρετικής σημασίας η εταιρική σχέση με την Τουρκία. Μία χώρα η οποία, εκ της θέσεως, του μεγέθους και του ρόλου της, έχει μεγάλη γεωστρατηγική σημασία.

Με την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι η Τουρκία θα σέβεται και δεν θα αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών - μελών της Ένωσης. Ιδιαίτερα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Οπως επίσης, με την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα πρέπει να σέβεται το κοινοτικό κεκτημένο, τμήμα του οποίου αποτελεί η διεθνής σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, με βάση την οποία ορίζεται η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Και η οποία προσδιορίζει, με τη σειρά της, το πεδίο των ερευνών της ανόρυξης των ενεργειακών κοιτασμάτων για κάθε κράτος που σέβεται τη διεθνή έννομη τάξη.

Παράλληλα, η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας και η κατασκευή έργων υποδομών, αγωγών και δικτύων, είναι βέβαιο ότι θα παράγουν διαρκώς πολιτικό αποτέλεσμα.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας, ιδιαίτερα στην περιοχή μας, σε αυτή την πολλαπλώς δοκιμασμένη περιοχή των Βαλκανίων, είναι στην πραγματικότητα, επενδύσεις στην ειρήνη και την οικονομική συνεργασία των λαών.

"Η" 2/8/2007



...................................


Του Γιάννη Βλατή, βουλευτή Κοζάνης

Επί εξήντα χρόνια τώρα η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), αξιοποιώντας τον εθνικό μας πλούτο, δηλαδή το λιγνίτη και το νερό, συνέβαλε και συμβάλλει καθοριστικά στον εξηλεκτρισμό και την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας. Στην ανάπτυξη δηλαδή αυτού του τόπου. Από χρόνια ήδη, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση επιβάλλουν τη λήψη αποφάσεων.

Δυστυχώς, τα προηγούμενα δέκα χρόνια, οι κυβερνήσεις και οι διοικήσεις της ΔΕΗ δεν επωφελήθηκαν από τη δυνατότητα που είχαν για αντικατάσταση των παλαιών, ρυπογόνων και χαμηλής απόδοσης λιγνιτικών μονάδων με σύγχρονες, ώστε να συνεχισθεί απρόσκοπτα η αποδοτική εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων. Όμως, και τώρα δεν είναι αργά. Παρά το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και τις πιέσεις των δανειστών μας, οι επενδύσεις στην ενέργεια μπορούν να αποτελέσουν την ατμομηχανή για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Πιστεύω πραγματικά ότι η είσοδος στρατηγικού επενδυτή είναι σημαντικό, αλλά όχι πρωτεύον ζήτημα.


Αυτό που θεωρώ απαράδεκτο είναι η παραχώρηση μετοχών μέσω του χρηματιστηρίου, που δεν θα αποφέρουν ούτε 500 εκατ. ευρώ ως πρόσοδο στο κράτος. Χρειάζεται, όμως, να μας προβληματίσει σοβαρά το εάν η μεταβίβαση πλούτου από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη οικονομική αποτελεσματικότητα γι' αυτό που αποκαλούμε «δημόσιο συμφέρον».


-Γιατί, άραγε, σε άλλες χώρες ηλεκτρικές δημόσιες επιχειρήσεις, όπως η EDF στη Γαλλία ή η Vattenfall στη Σουηδία, δεν είναι λιγότερο αποτελεσματικές από αντίστοιχες ιδιωτικές επιχειρήσεις;


Δεν πρέπει κάτω από το βάρος των πιέσεων που δεχόμαστε να πάρουμε αποφάσεις που μπορεί να θέσουν σε δοκιμασία την ενεργειακή επάρκεια και ανεξαρτησία της χώρας τις επόμενες δεκαετίες;

Είναι πρώτα από όλα εθνικό συμφέρον η κατάρτιση νέου μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού, ανατρέποντας αυτόν της συντηρητικής δεξιάς. Υποθηκεύουμε οι ίδιοι το μέλλον μας, αν εμμείνουμε στη θέση «δεν θέλουμε περαιτέρω αξιοποίηση των λιγνιτών».

Αυτή η θέση οδηγεί μονοσήμαντα στην εκχώρηση του 40% των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, δηλαδή, ας μην κρυβόμαστε, του 40% των μονάδων της δυτικής Μακεδονίας σε ιδιώτες, χωρίς κανένα όφελος για τη χώρα.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι με τον υφιστάμενο σχεδιασμό τουλάχιστον 2.700 MW θα τεθούν εκτός λειτουργίας στη δυτική Μακεδονία μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Η μη αντικατάστασή τους με νέες μονάδες σύγχρονης τεχνολογίας οδηγεί σε μεγάλες απώλειες θέσεων εργασίας, σε «πάγωμα» της δυτικής Μακεδονίας.

Οδηγεί σε εξάρτηση από άλλα καύσιμα, στη μεγάλη αύξηση της τιμής της κιλοβατώρας, οδηγεί, τέλος, σε απώλεια της ενεργειακής αυτονομίας της χώρας. Θεωρώ ότι αυτή πρέπει να είναι η πρωταρχική στόχευσή μας: Η με κάθε τρόπο αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης.

Η αξιοποίηση των λιγνιτών της χώρας, της δυτικής Μακεδονίας, της Ελαασσόνας, της Δράμας. Ετσι και η ΔΕΗ ενισχύεται και για τον ιδιωτικό τομέα ανοίγει «πεδίον δόξης λαμπρόν!» Η χώρα ενδυναμώνεται και διατηρεί την ενεργειακή της ανεξαρτησία. Είναι δύσκολο; Όχι, αρκεί να προτάξουμε το εθνικό συμφέρον μπροστά από κάθε άλλο προσωπικό, τοπικιστικό, μικροπολιτικό στόχο. Εξάλλου, η εποχή το απαιτεί.

http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12338&subid=2&pubid=111169371

....................................


3) Περί λιγνίτη και "ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ"

Ανάγκη αναθεώρησης της ενεργειακής πολιτικής μας

Η

Η ιδιωτικοποίηση του 40% της παραγόμενης από τη ΔΕΗ λιγνιτικής ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω του σχήματος των «ισοδύναμων λύσεων», στάθηκε αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης -και διαφωνίας- κατά τον τελευταίο μήνα.

Φαινομενικά, η προτεινόμενη λύση αποτελεί για την κυβέρνηση την απλούστερη λύση. Το δύσκολο ερώτημα για την κυβέρνηση είναι πώς θα σκληρύνουν οι εισοδηματικοί περιορισμοί που έθεσε η τρόικα.

Το φαινομενικά μεγάλο πλεονέκτημα μιας ιδιωτικοποίησης είναι η ενισχυμένη δέσμευση της κυβέρνησης απέναντι στην τρόικα να μην επιδοτήσει και τα όποια πλεονεκτήματα μπορεί να προσφέρει η ιδιωτική διαχείριση. Οταν μια εταιρεία περάσει στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχει αξιώσεις στο δημόσιο κορβανά. Ή θα κολυμπήσει ή θα βουλιάξει.

Από την άλλη όμως, η προτεινόμενη λύση της κυβέρνησης συνιστά επιλογή υψηλού κινδύνου, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για το σύνολο της οικονομίας, αντίστοιχα με αυτά που προκάλεσαν τα ποικίλων αποχρώσεων και διαβαθμίσεων μοντέλα που δοκιμάστηκαν και εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών στις κυριότερες οικονομίες του πλανήτη.

Για να τοποθετήσω τα πολυσύνθετα θέματα της ενέργειας σε ένα πλαίσιο, θα κάνω τρεις συμπερασματικές παρατηρήσεις που βασίζονται στην ανάλυση των μέχρι σήμερα οικουμενικών εμπειριών.

* Πρώτον, 20 χρόνια μετά την υιοθέτηση των σχετικών νομοθεσιών και οδηγιών τα υποδείγματα κάθε φάσματος και χροιάς που δοκιμάστηκαν μέχρι σήμερα παρουσίασαν αντί ανταγωνισμού αύξηση της συγκεντροποίησης, αντί μείωση αύξηση των τιμών της Kwh, αδυναμία ρύθμισης και ελέγχου της άσκησης μονοπωλιακών πρακτικών.


Το αγγλικό παράδειγμα


* Δεύτερον, παρ' όλο που δεν υπάρχουν ικανά στοιχεία, οι «ισοδύναμες λύσεις» μέσω του μηχανισμού των εικονικών ή των πραγματικών πλειστηριασμών, από το παράδειγμα της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Αγγλίας, όπου ο ρυθμιστής έκανε χρήση κάθε τρόπου προκειμένου να κατακερματίσει την παραγωγή, προκύπτει ότι πολλοί νέοι παραγωγοί που στερούνταν πορτοφόλια πωλήσεων, χρεοκόπησαν. Οι καταναλωτές -γεγονός που αποδείχθηκε και στις ΗΠΑ- θέλουν την ηλεκτρική ενέργεια και φθηνή και προβλέψιμη.

Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι σχεδιάζεται η καλύτερη πλειοδοτική διαδικασία για τη μεγιστοποίηση της εισπραττόμενης αξίας, υπάρχουν διάφοροι σημαντικοί λόγοι που καθιστούν τόσο το στόχο της οικονομικής αποτελεσματικότητας όσο και αυτόν της απόκτησης πλήρους προσόδου επιτεύξιμους υπό πολύ περιοριστικές προϋποθέσεις. Η έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων κεφαλαιουχικών αγαθών, η ταυτότητα του πλειοδότη, η περίοδος της βαθιάς κρίσης που διανύουμε είναι μερικές από τις περιοριστικές συνιστώσες του εγχειρήματος.

Η ίδια η πώληση του 40% της παραγόμενης από λιγνίτη ηλεκτρικής ενέργειας είναι απλώς ο ένας τρόπος για να επιτευχθεί μια ανταγωνιστική αγορά. Η δημιουργία νέων επιχειρήσεων είναι ο άλλος. Μπορεί να είναι καλύτερα να ξεκινάει κανείς κάτι νέο, παρά να προσπαθεί να μεταρρυθμίσει οργανισμούς που ήταν σχεδιασμένοι για τελείως διαφορετικές λειτουργίες από αυτές που καλούνται να εξυπηρετήσυν σε μια καπιταλιστική αγορά.

Η εντυπωσιακή επιτυχία της Κίνας -οι διψήφιοι ρυθμοί ανάπτυξής της- βασίστηκε στη δημιουργία και την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων, παρά στην ιδιωτικοποίηση των υφιστάμενων κρατικών επιχειρήσεων. Οι κρατικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν από τον ανταγωνισμό να γίνουν πιο αποτελεσματικές.

* Τρίτον, στις νέες οδηγίες προέχει η αειφόρος ανάπτυξη, ενώ στο παλαιό μοντέλο προηγούνταν η ασφάλεια εφοδιασμού. Στο παλαιό μοντέλο, η ενεργειακή πολιτική απαρτιζόταν από ένα μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό που διασφάλιζε τις επενδύσεις, εξασφάλιζε αξιοπιστία, ενώ ταυτόχρονα ανταποκρινόταν στους στόχους της χρήσης καυσίμων, όπως η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα ή η διαφοροποίηση της χρήσης τους.

Ετσι η ανάπτυξη ενός μακροπρόθεσμου προγράμματος ασφάλειας επενδύσεων από τη Γαλλία του Ντε Γκολ στην πυρηνική ενέργεια στη δεκαετία του '60, στα υδροηλεκτρικά στη Νορβηγία ή του λιγνίτη στη Γερμανία και την Ελλάδα είχε αποτέλεσμα τη διασφάλιση των ενεργειακών τους αναγκών ακόμη και σήμερα σε υψηλά ποσοστά.

Τα περισσότερα νέα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που κατασκευάστηκαν στην Ευρώπη κατά την τελευταία εικοσαετία βασίστηκαν στο φυσικό αέριο, καθώς θεωρείται η πλέον ελκυστική επιλογή καυσίμου, κυρίως για τη μεγαλύτερη απόδοση της τεχνολογίας και τις χαμηλότερες εκπομπές σε σύγκριση με αυτές του άνθρακα. Αυτό βοήθησε μεν αρκετά στη μείωση των εκπομπών, έγινε ωστόσο εις βάρος τόσο της ασφάλειας τροφοδοσίας όσο και της προσιτότητας των τιμών.

Μη αποθηκεύσιμο

Ολα τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η τιμολόγηση των εκπομπών από το 2013 και οι φιλόδοξοι στόχοι τού 20-20-20 οδηγούν στην απόσυρση σημαντικής λιγνιτικής δυναμικότητας και στη δημιουργία ελλείμματος ισχύος κατά την τρέχουσα δεκαετία. Διότι καθώς οι ΑΠΕ -παρά τα αδιαμφισβήτητα περιβαλλοντικά τους πλεονεκτήματα- κοστίζουν δύο με πέντε φορές ακριβότερα από ό,τι η συμβατική ηλεκτρική ενέργεια και το προϊόν ηλεκτρισμός δεν είναι ακόμα αποθηκεύσιμο και βρίσκονται συνεπώς εκτός του οπτικού μας πεδίου, η πιθανότητα να καλυφθεί το ενεργειακό μας έλλειμμα από εισαγόμενο φυσικό αέριο είναι πολύ υψηλή.


Τότε η χώρα θα αγκομαχά μεταξύ του υψηλού κόστους της απελευθέρωσης της αγοράς από τη μια και του υψηλού κόστος της εξάρτησης από το εισαγόμενο φυσικό αέριο από την άλλη.


Εναλλακτικά, το ενεργειακό μας έλλειμμα θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με εγκατάσταση τεχνολογιών αυξημένων δυνατοτήτων και αναβάθμιση των ήδη υπαρχουσών. Είναι ο μόνος τρόπος να παρατείνουμε την ενεργειακή μας ασφάλεια και ανεξαρτησία, την προσιτότητα των τιμών για μερικές δεκαετίες ακόμη, αλλά ταυτόχρονα να προετοιμαστούμε για να γεφυρώσουμε κατάλληλα το παρόν ενεργειακό μας καθεστώς με αυτό που θα αναδυθεί τις επόμενες δεκαετίες.


Ταυτόχρονα, η δημιουργία θεσμών που θα διευκολύνουν την είσοδο και δημιουργία νέων επενδυτών στην αγορά -παρέχοντάς τους το δικαίωμα της εκμετάλλευσης νέων λιγνιτικών κοιτασμάτων- αξίζει περισσότερης προσοχής από την κυβέρνηση από ό,τι η αλλαγή ιδιοκτησίας μέσω των «ισοδύναμων λύσεων».


Το γεγονός ότι η εισαγωγή του ανταγωνισμού αποδείχθηκε αναποτελεσματική δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να τον απορρίψουμε. Η διαφορά μεταξύ μονοπωλίου και ανταγωνισμόυ είναι διαφορά πρώτου μεγέθους. Ο ανταγωνισμός είναι πολύ πιο σημαντικός από την όποια ιδιωτικοποίηση.

Αυτό που κυρίως σημαίνει είναι ότι στην απόφαση επιλογής της μορφής της οικονομίας της αγοράς που θα υιοθετήσουμε, θα πρέπει να γνωρίζουμε τον τρόπο λειτουργίας των πραγματικών ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αγοράς ηλεκτρισμού και ότι οι επιλογές μας δεν θα πρέπει να δυσχεραίνονται από ελιτισμό και ξεροκεφαλιά και τον τρόπο που εμείς θα ευχόμασταν τα πράγματα να είναι, αλλά να διευκολύνονται από το όπως αυτά έχουν. Και όσο περισσότερο η κατάσταση αυτή παρατείνεται τόσο περισσότερο θα μας κοστίζει.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=256956




Το ζήτημα των αποκρατικοποιήσεων των δημόσιων επιχειρήσεων -μεταξύ αυτών και της ΔΕΗ- βρίσκεται στην καρδιά της πολιτικής διαμάχης και στην καθημερινή ατζέντα των ΜΜΕ στις μέρες μας.

Η συζήτηση στρέφεται γύρω από τη δυνατότητα εξασφάλισης προσόδων ύψους 50 δισ. ευρώ, την ισχυρή αντίδραση των φίλα προσκείμενων προς την κυβέρνηση συνδικάτων, την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας παραγωγής. Και παρ' όλο που η αρμόδια υπουργός κ. Μπιρμπίλη διατύπωσε την ορθή μεν άποψη, ότι εν μέσω οικονομικής κρίσεως η απόκτηση πλήρους προσόδου από μια ιδιωτικοποίηση είναι σχεδόν απίθανη, αυτό ωστόσο δεν είναι το κεντρικό ζήτημα.


Αντίθετα, το κεντρικό θέμα μιας πιθανής ιδιωτικοποίησης θα έπρεπε να είναι ποιος τρόπος παραγωγής, ο ιδιωτικός ή ο δημόσιος, θα είχε αποτέλεσμα την αύξηση ή την απώλεια της κοινωνικής ευημερίας και όχι την απόκτηση πλήρους ή υπολειμματικής προσόδου.


Οι υποστηρικτές της ιδιωτικοποίησης έχουν μια μυθοποιημένη άποψη για τις διαδικασίες αγοράς. Κατά τη γνώμη τους, οι αγορές γρήγορα θα οδηγήσουν και τους ενεργειακούς μας πόρους στα χέρια αυτών που μπορούν να τους χρησιμοποιήσουν πιο αποτελεσματικά.

- Κατ' αρχάς δεν υπάρχει καμία επιστημονική βάση γι' αυτό τον ισχυρισμό. Αλλά και τα 20 χρόνια πειραματικής πραγματικότητας της απελευθέρωσης των αγορών ενέργειας στις κυριότερες οικονομίες του πλανήτη αφαίρεσαν κάθε θεωρητικό επιχείρημα για την ορθότητα της άποψης αυτής.

Ακόμα και οι πιο ένθερμοι ακραίοι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς σίγουρα διστάζουν/αποφεύγουν να χαιρετίσουν το θρίαμβό της ώς τη Δευτέρα Παρουσία, όπως συγκεκριμένα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.


Εχει άραγε καμιά σημασία η ιδιοκτησία; Μήπως οι κρατικές EDF, Vattenfall κ.λπ. είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις ιδιωτικές ΕΟΝ ή Endesa;

Ή μήπως οι περίφημοι μάνατζερ του ιδιωτικού τομέα δεν διαθέτουν τη διακριτική ευχέρεια να επιδιώκουν ίδια συμφέροντα αντίστοιχα με αυτά των εργατών και των διευθυντών των δημοσίων επιχειρήσεων;

-Υπάρχει άραγε μεγαλύτερο σκάνδαλο από αυτό της Enron, ή μεγαλύτερη συμπαιγνία ολιγοπωλίων από αυτή που προκάλεσε την καταστροφική κρίση στην Καλιφόρνια, τα black out στη Βραζιλία, στη Νέα Υόρκη ή στην Κεντρική Ευρώπη;

Ηελκτική δύναμη, ωστόσο, της ρητορικής της ιδιωτικοποίησης με το κοινό δεν πρέπει να λησμονείται. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην «απελευθέρωση», στο «σπάσιμο μονοπωλίων», το «άνοιγμα των αγορών» και ποιος δεν θα ήθελε τις «μεταρρυθμίσεις»;

Μια ιδιωτικοποίηση -στην ουσία μια εφάπαξ μεταβίβαση του όποιου πλούτου από το δημόσιο τομέα προς τους ιδιώτες- σχεδιάζεται ώστε α) να εξασφαλίσει μια οικονομική αποτελεσματικότητα και β) να επιτύχει ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη δυνατή «πρόσοδο» για το κράτος.

Τόσο η θεωρία όσο και η ιστορική πλέον παρατήρηση δείχνουν ότι οι κύριοι στόχοι της ιδιωτικοποίησης θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο με πολύ περιοριστικές προϋποθέσεις.

Η απόκτηση πλήρους προσόδου είναι, βεβαίως, σημαντική καθώς το κράτος πρέπει να διασφαλίσει έσοδα 50 δισ. ευρώ και οποιαδήποτε υποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης, λόγω της κρίσης, συνεπάγεται ένα πραγματικό κοινωνικό κόστος, γιατί αναγκάζει την κυβέρνηση να βρει περισσότερο χρήμα με παραμορφωτική φορολόγηση.

Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι σχεδιάζεται η καλύτερη πλειοδοτική διαδικασία για τη μεγιστοποίηση της εισπραττόμενης από την πώληση αξίας, η κυβέρνηση δεν μπορεί να εξασφαλίσει ότι θα κερδίσει στον πλειστηριασμό ο πιο αποτελεσματικός παραγωγός ή αυτός που θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του.

Ο δεύτερος στόχος, ο στόχος της αποτελεσματικότητας, συνιστά και το μεγάλο διακύβευμα για την κυβέρνηση, καθώς αυτό συνδέεται άρρηκτα με τα θέματα της κατανομής του πλούτου· η έλλειψη ενδιαφέροντος για την κατανομή μπορεί σε μερικά χρόνια να κατατρέχει την οικονομία, όχι μόνο με τη μορφή κοινωνικής αναταραχής, αλλά και με τη στενότερη έννοια μιας μακροχρόνιας οικονομικής αναποτελεσματικότητας.

Μια από τις βασικές παραδοχές των οικονομολόγων είναι ότι ο «πλήρης ανταγωνισμός» αποτελεί το πρότυπο για την κατανομή των πόρων, αλλά και για τη διανομή των οικονομικών ανταμοιβών. Ο ατελής ανταγωνισμός είναι το σύνηθες στον «πραγματικό κόσμο». Θεωρείται όμως ότι είναι το αποτέλεσμα της παρεμβολής εξωτερικών επιδράσεων στην οικονομία, όπως π.χ. των μονοπωλίων, κρατικών ρυθμίσεων, κ.λπ.

Στην αγορά ενέργειας ωστόσο ο ατελής ανταγωνισμός φαίνεται πως είναι εγγενής και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του προϊόντος. Ο συνδυασμός της αδυναμίας αποθήκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας, των υψηλών διακυμάνσεων των τιμών, της χαμηλής ελαστικότητας της ζήτησης, διευκολύνει την άσκηση μονοπωλιακής δύναμης στην αγορά. Μέχρι σήμερα -20 χρόνια μετά- δεν υπάρχει καμιά πολιτική διαφύλαξης του ανταγωνισμού που να είναι «δίκαιη» και να προωθεί την οικονομική αποτελεσματικότητα, αλλά συγχρόνως να έχει και ένα λογικό κόστος εφαρμογής.

Το καλύτερο αντίδοτο ωστόσο για την άρση μιας μυθολογίας είναι μια υγιής δόση πειραματικής πραγματικότητας:

1) Αντί για τη μείωση των τιμών, η απελευθέρωση της αγοράς οδήγησε σε υψηλότερες τιμές. Σε μια ανταγωνιστική αγορά οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο συντελεστή απόδοσης επί του κεφαλαίου που επενδύουν σε σχέση με μια ρυθμιζόμενη βιομηχανία -υψηλότερος κίνδυνος ισούται με υψηλότερη απόδοση (Dr.Ρ. Watts 2001).

2) Αντί ανταγωνισμού η απελευθέρωση οδήγησε σε αύξηση συγκέντρωσης (European Commission 2001-2008). Επτά εταιρείες ελέγχουν πάνω από τα δύο τρίτα των αναγκών της Ε.Ε. σε ηλεκτρική ενέργεια. Οι όποιες απώλειες ευημερίας συνδέονταν με τα πρώην κρατικά μονοπώλια μπορεί να είναι πολύ μικρότερες από τις απώλειες του αναδυθέντος περιορισμένου ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού.

3) Η ολιγοπωλιακή ισορροπία της αγοράς σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες του προϊόντος απαιτεί κάποια δαπανηρή πηγή αποθεμάτων για να αντισταθμίζει τη συμπαιγνιακή σύμπραξη και την άσκηση μονοπωλιακής δύναμης (L.J. de Vries 2004).

4) Το κόστος των συναλλαγών (συντονισμού, πληροφόρησης - Williamson 1995) μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος του παλαιού υπό ενιαίο έλεγχο καθετοποιημένου μοντέλου.

5) Ο ζωτικής σημασίας ρυθμιστικός ρόλος του συστήματος των τιμών μιας ανταγωνιστικής οικονομίας αγοράς συμβατικών προϊόντων, όχι μόνο δεν τα καταφέρνει καλά στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον της αγοράς ενέργειας, αλλά λειτουργεί και παραπλανητικά στις επενδυτικές αποφάσεις οδηγώντας σε χρεοκοπία πολλές επιχειρήσεις (Υ. Perez 2008, J. Stiglitz 1994).

Και ενώ μετά τις εμπειρίες αυτές στις ΗΠΑ, οι περισσότερες πολιτείες βρίσκονται σε κατάσταση περίσκεψης -στην ουσία ανέστειλαν την απελευθέρωση της αγοράς τους- η Ευρωπαϊκή Ενωση επιμένει στην υιοθέτηση και την κλιμάκωση μιας επιθετικής στρατηγικής ρύθμισης και ελέγχου των μονοπωλιακών πρακτικών εισάγοντας και νέες οδηγίες.

Η ιδιωτικοποίηση ωστόσο δεν επιβάλλεται από καμία οδηγία. Πρώτος επιτακτικός στόχος της οδηγίας είναι να διασφαλίσει ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο. Η ιδιωτικοποίηση δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ικανή για τη δημιουργία ανταγωνιστικού πλαισίου. Παρά τις «εγγενείς» ατέλειες του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αντιμετωπίζουμε ωστόσο ένα επιτακτικό δίλημμα επιλογής του ελάσσονος μεταξύ δύο κακών. Η κυβέρνηση αντί ιδιωτικοποίησης μπορεί να επικεντρωθεί στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων. Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των οικονομολόγων ότι ο ανταγωνισμός είναι πολύ πιο σημαντικός από την ιδιωτικοποίηση.

Η ανταγωνιστική αγορά μπορεί να επιβάλει μια πειθαρχία στη διαχείριση των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων, που δεν θα μπορούσε να επιβληθεί αλλιώς. Η κρατική επιχείρηση θα αναγκαστεί από τον ανταγωνισμό να γίνει πιο αποτελεσματική.

Οι αδυναμίες της ελληνικής κρατικής επιχείρησης δεν είναι έμφυτες. Η κυβέρνηση, ταυτόχρονα, μπορεί να επικεντρωθεί στην αναδιοργάνωση της υπάρχουσας και να καταγράψει τι διαφοροποιεί την ελληνική από τις αντίστοιχες αποτελεσματικές κρατικές επιχειρήσεις π.χ. EDF, Vattenfall, που φαίνεται να διοικούνται πολύ καλύτερα από τις αντίστοιχες ιδιωτικές, μπορεί να θεσμοθετήσει ένα σύνολο διαδικασιών, για τον σχεδιασμό επιλογών, κινήτρων, την απεξάρτηση από τα υπουργεία και τους γραφειοκράτες τους. Και η ελληνική κρατική επιχείρηση μπορεί να έχει το ίδιο νομικό καθεστώς μ' εκείνες του ιδιωτικού τομέα, διαφέροντας μόνον κατά το ποιος κατέχει τις μετοχές.

Εν κατακλείδι, μπορεί μια ιδιωτικοποίηση να ενίσχυε την αξιοπιστία και την πειστικότητα της χώρας ότι θα εφαρμόσει τους επιβαλλόμενους σκληρούς εισοδηματικούς περιορισμούς της τρόικας και να προλαβαίνει έτσι ένα «κακό», συνιστά ωστόσο ένα θεμελιώδες και ουσιαστικό διακύβευμα, αυτό της αποτελεσματικής κατανομής του πλούτου, που στιγματίζει την ίδια την ιδεολογική ταυτότητα της κυβερνώσας παράταξης, με πολλαπλές συνέπειες για την οικονομία γενικότερα.

Δεν μπορεί δε να μην τεθεί και το ερώτημα, ποιος πολιτικός θα βάλει την υπογραφή του στην εκχώρηση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας;

Ο Ξενοφώντας Μιχαηλίδης είναι χημικός μηχανικός, αντιπρόεδρος του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών ΔΕΗ και μέλος της Τ.Ε. 15 του Ενεργειακού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας

enet.gr

No Response to "Ενεργειακή πολιτική και ενεργειακή ανεξαρτησία"