Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις

Posted on 5:49 μ.μ. by ΣΠΙΘΑΣ

- Μια κάποια προσέγγιση-

του Στάθη Λουκά


Τα όσα ακολουθούν είναι μια προσπάθεια να φωτισθούν οι διάφορες πλευρές του προβλήματος ΔΕΗ, και η συζήτηση πρέπει να γίνει με πλήρη διαφάνεια και ειλικρίνεια, κάτι που απαιτεί και η δύσκολη σε ραγδαία εξέλιξη πραγματικότητα.

  1. Περί ΔΕΗ και «φορντισμού» κλπ.

Ο ανορθόδοξος θεωρητικός και πολιτικός επεξεργαστής «της θεωρίας της πράξης» σωστά είδε μέσα από τα σίδερα της φυλακής ( την δεκαετία του 1930) ότι ο «φορντισμòς» δεν ήταν μόνο ένα πρότυπο οργάνωσης της παραγωγής, αλλά μια νέα μορφή του Πρωτέα καπιταλισμού. Ήταν « ένα κοινωνικό μοντέλο» που σημάδεψε τις κοινωνικές σχέσεις για μια ολόκληρη πεντηκονταετία, μια και υπήρξε μια από τις βάσεις του κοινωνικού συμβιβασμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας δηλ. «μεταξύ καπιταλισμού και Δημοκρατίας».


Η ΔΕΗ με τη δημιουργία της – τις αρχές της δεκαετίας του 50- αναπτύσσεται σαν μια πλήρη φορντική επιχείρηση, με όλα τα χαρακτηριστικά της.

-α. Απλώνει τα πλοκάμια της σε όλη την Ελλάδα και κάνει τον συνολικό εξηλεκτρισμό της χώρας.

-β. Όλες οι εργασίες, σχεδόν, γίνονται από διευθύνσεις και τμήματα που αναπτύσονται στο εσωτερικό της

-γ. Είναι αυτή που, πέρα από τα άλλα, και με το «ηλεκτρικό σπίτι» συμβάλλει στην ανάπτυξη της βιομηχανίας ηλεκτρικών συσκευών και ηλεκτρικών μηχανών, και συμβάλει στον παραγωγικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

-δ. Ακολουθώντας το μοντέλο General Motor ( που η ίδια το κατάργησε, εδώ και 2 χρόνια, παραδίδοντας τη διαχείριση στο Συνδικάτο) οι συντάξεις των εργαζομένων επενδύονταν στο πλαίσιο των επενδύσεων της εταιρείας ( από εδώ προκύπτει και το χρέος του κράτους προς το ταμείο των εργαζομένων μετά την μετοχοποίηση).

Η διαμόρφωση των τιμολογίων – που κατά κάποιο τρόπο εξακολουθούσε μέχρι σήμερα - είναι συνέπεια των σημείων α,β,γ και εξυπηρετικά της λογικής από την οποία απορρέουν.

Την χρονική περίοδο που η ΔΕΗ φθάνει τη μέγιστη ανάπτυξη της, τέλος δεκαετίας του 1980 και αρχές του 1990 με σχεδόν 35000 εργαζόμενους, έχει ήδη από μια δεκαετία αρχίσει η κρίση του φορντισμού, που κυριαρχούσε μέχρι τότε και που αποτέλεσε τη βάση των μακροοικονομικών κεϋνεσιανών πολιτικών και του «σοσιαλδημοκρατικού συμβιβασμού».

Η αφετηρία είναι η κατάργηση το 1971 – από τον Νίξον- του αγκυροβολήματος, του δολαρίου, στο χρυσό. Η ενέργεια αυτή ακύρωνε ουσιαστικά την συμφωνία του Bretton Woods, και είναι η αρχή της μακροχρόνιας αστάθειας των συναλλαγματικών συναλλαγών και άνοιξε έτσι ο δρόμος στην εποχή της « απορρύθμισης» και της κυριαρχίας της χρηματιστηριακής οικονομίας. Που θεσμοποιείται με την περίοδο Θάτσερ και Ρήγκαν.

Η κρίση του φορντισμού έχει τις επιπτώσεις της στην ΔΕΗ. Ανάθεση μελετών και έργων σε επιχειρήσεις εκτός δηλ. εφαρμογή του τογιοτικού προτύπου. Η ίδια όμως ΔΕΗ στην πολιτική της ηγεσία και στην βασική τεχνοδομή της – αλλά και στην συνδικαλιστική ηγεσία- δεν κατανοεί ότι ο τογιοτισμός επικρατεί και στην οργάνωση της οικονομίας και στην κοινωνία και ότι η ίδια πρέπει να αναβαθμίσει ποιοτικά τις εξυπηρετήσεις της σε σχέση με τις καινούργιες παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΔΕΗ δεν έχει περάσει ακόμη στην τηλεμέτρηση, που πέρα από τα άλλα, θα καλυτέρευε και τις σχέσεις τις ίδιας με τους χρήστες της ηλεκτρικής ενέργειας.


  1. Η ΔΕΗ και η αλλαγή του ενεργειακού προτύπου.

Η αμφισβήτηση, του μέχρι σήμερα κρατούντος ενεργειακού προτύπου, αρχίζει το 1972 με τη δημοσίευση, από τη Λέσχη της Ρώμης, της μελέτης «Τα όρια της ανάπτυξης». Επιτείνεται με την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε το 1973, με την αύξηση των τιμών από το ΟΠΕΚ: για πρώτη φορά στην ιστορία μπαίνει το θέμα: Πρώτον ότι τα ενεργειακά ορυκτά είναι πεπερασμένα, πράγμα που είχε τεράστιες επιπτώσεις στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις. Και δεύτερον ότι η χρήση τους τείνει να ανατρέπει τις οικολογικές ισορροπίες

Παραμένει επί δεκαετίες στην επιφάνεια με την ανάπτυξη του οικολογικού κινήματος -και τις κάθε τόσο εμφανιζόμενες- ενεργειακές κρίσεις.

Γίνεται πια εμφανές με την διαμόρφωση του Πρωτοκόλλου του Κιότου, προς το τέλος της δεκαετίας του 1990 και την χωρίς άλλο υπογραφή του από την Ε.Ε, ότι η πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα θα είναι η αφετηρία της προσπάθειας αναζήτησης και δόμησης ενός νέου ενεργειακού προτύπου.

Μπροστά στην επερχόμενη αλλαγή ενεργειακής εποχής η ΔΕΗ παραμένει, ουσιαστικά αμέτοχη, θα λέγαμε ανενεργός. Δεν είναι τυχαίο ότι η εγκατεστημένη ισχύς της ΔΕΗ (2007) σε ΑΠΕ ανέρχεται σε 80 MW (εκτός από τα μεγάλα υδροηλεκτρικά ). Αποτελέσματα πενιχρά που επιβεβαιώνουν, για την χώρα μας, την έκθεση San-Geours « Μια κοινωνία με χαμηλή ενεργειακή κατανάλωση» (1981 ΕΟΚ): ότι οι εταιρείες τύπου ΔΕΗ με δυσκολία μπορεί να ανταποκριθούν σε αυτό το στόχο δηλ. στις προκλήσεις που βάζει η αναγκαιότητα της αλλαγής. Ενώ το πρόβλημα της εξοικονόμησης στην παραγωγή είναι στην αρχή και ανύπαρκτο σαν παροχή ενεργειακής εξυπηρέτησης.

H,δε, Συνδικαλιστική ηγεσία ( Φωτόπουλος) μπροστά στο μέγεθος της κρίσης και των αναγκαίων αλλαγών, ενεργειακού προτύπου, μιλά σαν να ευρισκόμαστε ακόμα στη δεκατία του 1960 .

Όμως δεν μπορεί να αποδώσουμε στην ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ τις ελλείψεις της κυβερνητικής πολιτικής σε ότι σχετίζεται:

α. με την ενίσχυση της παρουσίας των στρατηγικών εθνικών ενεργειακών επιχειρήσεων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.

β. με την δημιουργία καινούργιων ενεργειακών επιχειρήσεων και τομέων για να ικανοποιήσουν και να προκαταλάβουν την ζήτηση νέων αγαθών και υπηρεσιών που σχετίζονται με τις ΑΠΕ και την green economy.

Που ήδη διαφαίνονται από το τέλος της δεκαετίας του 90.

Δεν πρόκειται για κάτι το ασυνήθιστο για τον δημόσιο τομέα – προϋπάρχει στην ιστορία της ίδρυσης της ΔΕΗ- αλλά γίνεται πιό έντονο με την ανάπτυξη, ανεξάρτητα από τους λόγους, της green economy. Μιά και πρόκειται για τον μόνο τομέα με ζήτηση που αυξάνεται, είτε δημόσια είτε ιδιωτική. Η παρέμβαση του δημοσίου έπρεπε να στοχεύει να κάνουν να συμβαδίσουν η ζήτηση και η προσφορά των καινούργιων τεχνολογιών ώστε να υπάρξουν επιπτώσεις στην οικολογική αναδιάρθρωση του παραγωγικού τομέα και στην διαμόρφωση του εισοδήματος. Μα είναι γνωστό ότι το ερέθισμα της ζήτησης τεχνολογιών της green economy δεν είναι από μόνο του ικανό να βάλει σε κίνηση μιά διαδικασία προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του παραγωγικού καμβά. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ότι το απείρως πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της ζήτησης αυτών των τεχνολογιών από τη μεριά των επιχειρήσεων και των ιδιωτών καλύπτεται από τις εισαγωγές. Και αν θεωρήσουμε τις τεχνολογίες για την εκμετάλλευση των - διάχυτων στον Ελλαδικό χώρο –ΑΠΕ, ο κίνδυνος για τη χώρα μας, μια και δεν τις παράγει, είναι να περάσει από την εξάρτηση των ορυκτών καυσίμων στην εξάρτηση από τις τεχνολογίες της green economy. Γίνεται κατανοητό ότι η τεχνολογική εξάρτηση, αυτής της μορφής, έχει επιπτώσεις οικονομικές και παραγωγικές πολύ πιο καταλυτικές σε σχέση με την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Και γίνονται ακόμα πιο αρνητικές αν θεωρήσουμε ότι η αύξηση του ρόλου και του βάρους της green economy, που είναι βασικά ένας ενδογενής παραγωγικός τομέας. Και έπρεπε για αυτό ακριβώς το λόγο η προσοχή και η δραστηριότητα των δημοσίων παραγόντων, επιχειρήσεων και ερευνητικών κέντρων να μετατεθεί περισσότερο, από την διάδοση, στην παραγωγή αυτών των τεχνολογιών και να συμβάλουν έτσι στην βιομηχανοποίηση αυτών των τεχνολογιών. Θα ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί ένα παραγωγικό σύστημα ή ένα παραγωγικό μοντέλο που θα μπορούσε προοπτικά να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της αγοράς και να συμβάλλει στην απασχόληση και χωρίς την απόλυτο κρατική υποστήριξη.

Η αδυναμία της ΔΕΗ να προσαρμοσθεί ή να προτρέξει την αλλαγή οφείλεται βασικά και κύρια στην έλλειψη ενεργειακής πολιτικής από τη μεριά των κυβερνώντων – την τελευταία εικοσαετία- και σε μικρότερο βαθμό στην τεχνοδομή και στο Συνδικάτο.Βέβαια το τελευταίο έπαιξε ρόλο φρένου.



  1. Η ΔΕΗ και οι αλλαγές.

Και οι επιζώντες σήμερα «ιδρυτές» -Ντελόρ, Σοσιαλιστές κλπ- αποδέχονται (πέρα από τον Greespan: που λέγει ότι δεν υπήρξε καμιά πίεση σε αυτό από την μεριά των ΗΠΑ ) σαν λάθος ότι στην ίδρυση της Ε.Ε επεκράτησε η νεοφιλελεύθερη λογική και αυτή είναι εμφανής- πέρα από την σημερινή κρίση- και σε αποφάσεις και σε οδηγίες. Αυτή όμως είναι η πραγματικότητα και με αυτή πρέπει να αναμετρηθούμε.

Η «υπεύθυνη» πολιτική ηγεσία, η τεχνοδομή της ΔΕΗ και η «υπεύθυνη» Συνδικαλιστική ηγεσία δεν θέλησαν να κατανοήσουν, ότι η προοπτική της ΔΕΗ ήταν να κινηθεί όχι μόνο στα πρώην εθνικά πλαίσια, αλλά στα νέα υπερεθνικά πλαίσια που διαμορφώνονταν και δη στα βαλκανικά.

Πρέπει όμως να αναμετρηθούμε με την αναζήτηση μιας «φλέβας σκέψης» και οργάνωσης που θα είναι λειτουργική και θα μας επιτρέψει να απομακρυνθούμε από μια «οικονομικίστικη» θεώρηση της κατάστασης και δεν θα είναι αποκομμένη από τα θέματα των εργαζομένων, της οικολογικής αναδιάρθρωσης, της λειτουργίας των θεσμών, του κράτους και της εξουσίας.

Εμείς ξεκινώντας από τη ΔΕΗ πρέπει να κάνουνε προσπάθεια να αποφύγουμε την αντίληψη ενός μεταρρυθμισμού από τα πάνω, που παίρνει την μορφή ενός «τεχνοκρατικού μεταρρυθμισμού». Ένα από τα λάθη της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς που γίνεται πια αποδεκτό από σημαντικά κομμάτια της. Δεν ήταν έξω από αυτή τη λογική (του μεταρρυθμισμού από τα επάνω ) η «κίνηση» και οι αντιλήψεις -που υπάρχουν ακόμη- τμημάτων της μη δογματικής αριστεράς.

Χωρίς να αγνοούμε ότι το πρόβλημα υπάρχει, αυτός ο μεταρρυθμισμός συνδέεται περισσότερον με την μυθολογική αντίληψη ότι μπροστά στις προκλήσεις της οικονομίας και της τεχνολογίας που αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα πρέπει και η πολιτική για να είναι αποτελεσματική να συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων και ειδικών. Προέκταση αυτής της αντίληψης είναι και οι εκλογικοί νόμοι – του 40,2%- που στηρίζουν το δικομματισμό, που έχει όμως δείξει τα όρια της μέσα στα τελευταία 35 χρόνια.

Ένα μεγάλο πρόβλημα για μας είναι ότι μια τέτοια αντίληψη συμβάλλει στο άδειασμα της δημοκρατίας δηλ. της πραγματικής ιδέας που « συνέβαλε στην ιστορία και την δύναμη» των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων τον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας.

Και πρέπει να ομονοήσουμε ότι στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό πρότυπο ο «ιδιότυπος» θεσμός του Συνδικάτου είναι μια από τις σημαντικές συνιστώσες.

Ο νεοφιλελευθερισμός, με την μορφή που έδωσε στην παγκοσμιοποίηση, στοχεύει στην υποταγή και προοπτικά στη διάλυση του κοινωνικού αυτού υποκειμένου ( ενδεικτικά τα μέτρα για την κατάργηση των Συλ.Συμ. ). Μπορούμε να συμφωνήσουμε και στην πιο σκληρή κριτική απέναντι στο Ελληνικό Συνδικαλιστικό Κίνημα και ειδικά απέναντι στην ηγεσία του στις διάφορες εκφράσεις της.

Είναι ιστορικοί και πολιτικοί οι λόγοι που το Συνδικαλιστικό κίνημα στη ΔΕΗ πήρε τη μορφή που έχει σήμερα.

Όμως το μεγάλο πρόβλημα που έχουμε σήμερα μπροστά μας και με το οποίο καλούμαστε να αναμετρηθούμε, με την ανάπτυξη πολικών πρωτοβουλιών, είναι διττό :

-α. Να συμβάλουμε σε ένα πραγματικό «εκσυγχρονισμό» της ΔΕΗ, προς όφελος της ποιοτικής ανάπτυξης του παραγωγικού συστήματος Χώρα, της προστασίας του περιβάλλοντος, των εργαζομένων και της κοινωνίας και όχι μόνο των «καταναλωτών», όπως δηλώνει ο συντεχνιαστής Φωτόπουλος. Η κατανάλωση είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνει την παραγωγή, επόμενα είναι η ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Επόμενα αν ξεκινήσουμε από αυτή την αντίληψη, οι πολίτες δεν πρέπει να αντικριστούν σαν «καταναλωτές» αλλά σαν στοιχείο της παραγωγής δηλ. σαν συμπαραγωγοί. Γιατί μόνο μια τέτοια προσέγγιση δίνει αξία στην ενέργεια μια και μεταδίδει το μήνυμα ότι πρέπει να είμαστε περισσότερο «συμπαραγωγοί» και λιγότερο καταναλωτές.

-β. Να συμβάλουμε στην διαφύλαξη, από μια επιστροφή σε ένα αρχέγονο συντεχνιασμό, της μεγαλύτερης συγκέντρωσης εργαζομένων βιομηχανίας της χώρας. Και να αναπτύξουμε παράλληλα μια βασανιστική προσπάθεια για την διαμόρφωση ενός σύγχρονου συνδικάτου μιας βιομηχανίας ηλεκτρικού ρεύματος που δεν θα περιορίζεται πια στη ΔΕΗ.

Νομίζω ότι υπάρχει σύμπνοια για την σημασία της ΔΕΗ και του κοινωνικού της κεφαλαίου για το σύστημα Χώρα.

Τα παραπάνω σημεία υποσημαίνουν μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια που δεν ξεκινάει μόνο από πάνω και όχι εντελώς τεχνοκρατική.

Βασική προϋπόθεση όμως για την «ανάπτυξη» μιας τέτοιας μεταρρυθμιστικής πολυσύνθετης πρωτοβουλίας είναι η διαμόρφωση μιας αυτόνομης «πολιτισμικά» αντίληψης και γνώμης για την έρπουσα κρίση της ΔΕΗ, που ξεκινά από την δεκαετία του 1990.

Μια αντίληψη και κατ' ακολουθία γνώμη, που θα έχει ξεκαθαρίσει την ταξινόμηση των ευθυνών για τη σημερινή κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από ότι ακολουθεί:

-α. Της πολιτικής και βασικά των κομμάτων που κυβέρνησαν την χώρα τα τελευταία 35 χρόνια και των πολιτικών που εφάρμοζαν. Δεν είναι άμοιρα ευθυνών – στο μέτρο του μεγέθους και του ρόλου των- τα κόμματα της Αριστεράς γιατί δεν κατανόησαν, και δυσκολεύονται ακόμα να κατανοήσουν πλήρως , το μέγεθος των αλλαγών.

-β. Της αντίληψη των κομμάτων που κυβέρνησαν ότι οι διοικήσεις που διορίζονταν- πέρα από το αν ήταν ικανές ή όχι- έπρεπε να είναι βασικά «αλυσίδα εφαρμογής» της αναγκαίας πολιτικής συναλλαγής για την διατήρηση της εκλογικής κυριαρχίας.

-γ.Των τεχνοκρατών που διορίζονταν – στη ΔΕΗ και σε άλλους ενεργειακούς οργανισμούς- και εκάστοτε οργανικών διανοουμένων , που δεν είχαν «γνώμη τη στιγμή του ρόλου τους».

-δ. Της αντίληψη του Συνδικαλισμού «σαν αλυσίδα μεταφοράς» - με μια μοναδική εξαίρεση και περιορισμένη χρονικά- των στενών κομματικών επιδιώξεων των πολιτικών κομμάτων, που στάθηκε εμπόδιο στη δημιουργία μιας αυτόνομης συνδικαλιστικής υποκειμενικότητας με τη δικής της «σχετική πολιτική» κουλτούρα.

-ε. Των Συνδικαλιστικών ηγεσιών που καλλιέργησαν μέχρις εσχάτων αυτήν την αντίληψη, ενδεικτικό παράδειγμα η τοποθέτηση του Φωτόπουλου σε σχέση με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ.

-ζ. Των εργαζομένων της ΔΕΗ, που ήταν δύσκολο να ξεφύγουν από το συντεχνιασμός τους και από «πλαίσιο κουλτούρας» μέσα στο οποίο διαμορφώνονταν συνδικαλιστικά.

Αν έτσι είναι στις βασικές τους γραμμές οι ευθύνες – δεν αμφισβητώ ότι μπορεί να υπάρχει και μια άλλη ταξινόμηση, θα ήθελα μόνον να την δω- επείγει η αναγκαιότητα διαμόρφωσης μιας αντίληψης και επακόλουθης γνώμης με πολικό αστέρα οδηγό την δόμηση της δικής μας «αυτονομίας κουλτούρας». Που σημαίνει ότι πρέπει να πάρουμε τις αποστάσεις από όσους εκ των υστέρων – ενώ ήταν και είναι μέρος του προβλήματος- πυροβολούν σαν ελεύθεροι σκοπευτές στις πάπιες του Λούνα Παρκ.

Που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει να κάνει βέβαια με επιδίωξη άλλων στόχων που έχουν σχέση :

-α. Να βγάλουν λευκούς εκείνους που κυβέρνησαν και εκείνους που διοίκησαν, μια και αυτοί έπρεπε να πάρουν την πολιτική ευθύνη να εφαρμόσουν την πολιτική που «ήθελαν» και τώρα θεωρούν σωστή και τους εμπόδισε «δήθεν» το συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτοί δεν θέλησαν ούτε να αναξητήσουν μια σύνθετη μεταρρυθμιστική διαδικασία, ούτε να πληρώσουν το πολιτικό κόστος του τέλους της «λογικής της αλυσίδας μεταφοράς και πολιτικής συναλλαγής».

-β. Να σπρώξουν – εκμεταλλευόμενοι τα λάθη του Συνδικαλιστικού Κινήματος, που προαναφέρθηκαν- στην δημιουργία ενός άβουλου, υποταγμένου, κίτρινου και προοπτικά διαλυμένου Συνδικαλιστικού κινήματος.

Μπροστά στην κατάρρευση των κοινωνικοπολιτικών μπλοκ που κυριάρχησαν την τελευταία τριακονταπενταετία, και μπροστά στην ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής χρειάζεται η διαμόρφωση της αυτόνομης «πολιτισμικά» πρότασης, για την κρίση της ΔΕΗ. Η οποία θα «συγκρουσθεί» μέσα από τα πράγματα με άλλες υπαρκτές, θα συγκριθεί και θα συγκλίνει για την διαμόρφωση της λύσης του προβλήματος χωρίς ανακύκλωση φθαρμένων υλικών και μεταμορφισμός. Μόνον έτσι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ενός «καινούργιου κοινωνικού συμβιβασμού».


  1. Η ΔΕΗ και το σήμερα.

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η ΔΕΗ παρ’ όλο που ήταν – και είναι ακόμη-κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του Δημοσίου (100% και 51%), δεν στάθηκε δυνατόν, κύρια λόγω κυβερνητικής «ανικανότητας», να βρεθεί σε θέση να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην διαδικασία «της ενεργειακής επανάστασης» που άρχισε τη δεκαετία του 2000. Χάθηκε μια εικοσαετία, το μεγάλο ερωτηματικό μην χαθεί το μέλλον, μια και κινδυνεύουμε να μην έχουμε στην αναγκαία οικολογική αναδιάρθρωση της οικονομίας και της κοινωνίας μια «βιομηχανική υποκειμενικότητα» όπως ήταν η ΔΕΗ την «χρυσή τριακονταετία» 1952-1982.

Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεφύγουμε από την λενινιστική αρχή («κομμουνισμός είναι η σοβιετική εξουσία και η διάδοση του ηλεκτρισμού σε όλη τη χώρα»), που επηρεάζει το σύνολο της ελληνικής αριστεράς μη εξαιρουμένης της ΔΗΜΑΡ (όπου υπάρχει ένα μείγμα λενινισμού και νεοπλατωνικού φαντάσματος οικολογίας και αγοράς για την ενεργειακή πολιτική). Η αντίληψη αυτή του Λένιν είχε και έχει μια δόση αλήθειας. Δηλ. ότι η ανάπτυξη μιας χώρας πρέπει να στηριχθεί στην συγκεντρωποιημένη παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας, που μέσω του δικτύου μεταφοράς θα συμβάλει στην ανάπτυξη του παραγωγικού συστήματος και στην καλυτέρευση του επιπέδου ζωής του λαού. Η αντίληψη αυτή, είναι μεταφύτευση στην σοβιετική πραγματικότητα του ανατέλλοντος (στις ΗΠΑ) φορντισμού-ταιηλορισμού, που στον καπιταλισμό, μέχρι εδώ και λίγες δεκαετίες, ήταν ο προμηθέας της αγοράς και της «ανόδου» του επιπέδου ζωής μέσω της επέκτασης της κατανάλωσης των αγαθών που παράγονται.

Το ενεργειακό μοντέλο, που με ψήγματα έρχεται στην επιφάνεια με το τέλος της «χρυσής τριακονταετίας» (1945-1975) και διαμορφώνεται στις διάφορες συνιστώσες του με την υπογραφή του «Πρωτοκόλλου του Κιότο» και τα τρία 20% της Ε.Ε, στηρίζεται: από τη μια μεριά στην διάχυτη ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας και από την άλλη στην εκμετάλλευση των Α.Π.Ε. Περνάμε από την συγκεντρωποιημένη παραγωγή και ένα σύστημα μεταφοράς και διανομής με συγκεντρωποιημένες εισόδους και εκατομμύρια εξόδους, σε μια παραγωγή διάχυτη στο χώρο- με χιλιάδες παραγωγούς- και ένα σύστημα μεταφοράς και διανομής με τις ίδιες ή και λιγότερες εξόδους αλλά με εκατοντάδες χιλιάδες εισόδους.

Η συγκεντρωποιημένη παραγωγή ενέργειας είναι από τη φύση της ιεραρχική, και η πιό αντιδημοκρατική ιεράρχηση είναι εκείνη που προέρχεται από την πυρηνική. Αντίθετα ενέργεια από τις ΑΠΕ (ήλιο, αέρα, κλπ) δημιουργεί καταστάσεις επέκτασης της Δημοκρατίας στην παραγωγή. Όχι μόνο γιατί ο κάθε πολίτης μπορεί να προβεί στην απ’ ευθείας εκμετάλλευση των ΑΠΕ, αλλά και γιατί η πλήρη εκμετάλλευση τους απαιτεί μιά συμμετοχική λειτουργία στο χώρο των θεσμών και μια δικαιότερη ανακατανομή του εισοδήματος.

Δηλ. το καινούργιο ενεργειακό μοντέλο, ή « ενεργειακή επανάσταση» κατά άλλους, βάζει επί τάπητος τεράστια προβλήματα αναδιανομής εισοδήματος και και επόμενα Δημοκρατίας που σχετίζεται με την λειτουργία, το ρόλο και τη σχέση των θεσμών. Δηλ. της κεντρικής κυβέρνησης, των περιφερειών και των δήμων με το ενεργειακό σύστημα που πρέπει να διαμορφωθεί μέχρι το 2050 και κατά συνέπεια θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην οικονομία, το περιβάλλον, την επιστήμη, την έρευνα, την τεχνολογία και τις κοινωνικές σχέσεις.

Αν θέλουμε να φθάσουμε το 2050 σε μια κατάσταση που το 80% ή κατά άλλους το 100% της ηλεκτρικής ενέργειας- αφού θα προωθείται παράλληλα το πρόγραμμα ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης- να παράγεται από τις ΑΠΕ: σημαίνει ότι η συγκεντρωποιημένη παραγωγή και δη από ορυκτά καύσιμα θα μειώνεται σταδιακά μέχρι να γίνει υπολειμματική.

Κατά συνέπεια το «ξεφόρτωμα» από τη μεριά της ΔΕΗ ορισμένων λιγνιτικών σταθμών, δεν είναι έγκλημα «καθοσιώσεως», μια και ορισμένες από αυτές πρέπει να κλείσουν σταδιακά: πρώτον γιατί η παραγωγή από λιγνίτη πρέπει να μειωθεί από το σημερινό 50-55%, ενώ το 20% εξοικονόμηση και 20% ΑΠΕ θα επιτείνει αυτή τη μείωση. Η μεγάλη πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι:

-α. «Το ξεφόρτωμα» να γίνει στα πλαίσια ενός ενιαίου εθνικού ενεργειακού προγραμματισμού, που θα στηρίζεται στην ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση, στις ΑΠΕ, στην ανάπτυξη ενδογενούς έρευνας και τεχνολογίας. Μόνον έτσι μπορεί να έχουμε σημαντικές επιπτώσεις στην απασχόληση.

-β. Να αποφευχθεί «η πώληση» υδροηλεκτρικών και ιδίως αυτών που σχετίζονται με την διακυβέρνηση» των υδάτων σαν δημόσιου-κοινοτικού αγαθού.( η καθολική εκκλησία είναι απόλυτη στο θέμα αυτό).

-γ. Να διασφαλισθεί ο δημόσιος έλεγχος της ΔΕΗ και να αξιοποιηθεί το ανθρώπινο της κεφάλαιο ώστε να γίνει – σε αντιστοιχία με «τη χρυσή της τριακονταετία»- ένα από τα βασικά ανύσματα της μετάβασης στο νέο ενεργειακό πρότυπο.

-δ. Να διασφαλισθεί ο απόλυτος δημόσιος έλεγχος και διαχείριση του συστήματος μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας. Το σύστημα μεταφοράς και διανομής έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία - από ότι στο παλιό ενεργειακό πρότυπο - για την εκμετάλλευση των διάχυτων ενεργειακών πηγών (που είναι η ΑΠΕ και όχι μόνον) και για ένα ακόμη παραπάνω λόγω για να μη χάνεται η παραγωγή τους σε απώλειες. Χρειάζονται εκ τούτου μεγάλες επενδύσεις για την σταδιακή αναμόρφωση της λογικής της αρχιτεκτονικής του.

-ε. Αντίστοιχα και το σύστημα μεταφοράς και διανομής του φυσικού αερίου πρέπει να διατηρηθεί υπό δημόσιο έλεγχο και διαχείριση. Το φυσικό αέριο έχει να παίξει ακόμα σημαντικό ρόλο σαν μεταβατικό ορυκτό καύσιμο: αντικατάσταση του λιγνίτη και βασικό στοιχείο στη διαμόρφωση του διάχυτου συστήματος μικροπαραγωγής και συμπαραγωγής. Και μελλοντικά να ενοποιηθεί «η διακυβέρνηση» των δύο συστημάτων.




No Response to "Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις"