Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ανθρώπινη συνύπαρξη

Ζίγκμουντ Μπάουμαν
Η ταυτότητα της Αριστεράς

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ

Η ακόλουθη συνέντευξη του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν δημοσιεύτηκε στο πολωνικό περιοδικό «Kultura Liberalna».

• Κατά τη γνώμη σας ποια Αριστερά θα έχουμε στο μέλλον; Μια Αριστερά συντηρητική στα θέματα των ηθών ή που θα δίνει έμφαση στην αναδιανομή των εισοδημάτων, εχθρική προς την Ευρώπη ή πρωτοποριακή, ριζοσπαστικά οικολογική που θα παλεύει για τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζετε δεν καλύπτουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος της Αριστεράς σήμερα. 

Εδώ και πολύ καιρό, έχουμε να κάνουμε με δύο τρόπους οικοδόμησης της Αριστεράς που είναι δυστυχώς και οι δύο εσφαλμένοι. Επικρατεί η ιδέα της δημιουργίας μιας Αριστεράς που θα μοιάζει με τη Δεξιά, συνδεδεμένη βέβαια με την επαγγελία ότι εμείς θα κάνουμε καλύτερα αυτό που κάνει η Δεξιά, με περισσότερη αποτελεσματικότητα. 

Παρατηρούμε ότι οι πιο δραστικές πράξεις διάλυσης του κοινωνικού κράτους υπήρξαν το έργο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Οσο η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε προφήτης και ιεραπόστολος της νεοφιλελεύθερης θρησκείας άλλο τόσο ο Τόνι Μπλερ την αναγόρευσε σε κρατική θρησκεία. 

Ο δεύτερος τρόπος οικοδόμησης της Αριστεράς είναι η αντίληψη της συμμαχίας «ουράνιο τόξο». Εκκινούν από την υπόθεση ότι αν κατορθώσουν να συγκεντρώσουν όλους τους δυσαρεστημένους κάτω από την ίδια ομπρέλα, όποια και αν είναι η φύση της δυσθυμίας τους, θα γεννηθεί μια ισχυρή πολιτική δύναμη.  

Δεν αποτελεί εμπόδιο το ότι, μεταξύ των απογοητευμένων και των αδικημένων, υπάρχουν πολύ σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων και διεκδικήσεων. Φανταστείτε μια Αριστερά που αποτελείται από τη μια μεριά από υποστηρικτές του γάμου για όλους και από την άλλη από μια διωκόμενη πακιστανική μειονότητα – είναι μια συνταγή καταστροφής και αδυναμίας. 

Η αντίληψη της συμμαχίας «ουράνιο τόξο» δεν παράγει παρά τη διάλυση της αριστερής ταυτότητας, την προγραμματική ασάφεια και την παράλυση της «πολιτικής δύναμης» που ήθελε να θεμελιώσει.

• Πάνω σε ποια βάση όμως μπορεί η Αριστερά να θεμελιώσει το πρόγραμμά της; Ο Ζακ Ζιλιάρ, ο οποίος, στο βιβλίο του «Les gauches françaises», 1762-2012, παρουσίασε μια κριτική ανάλυση της κληρονομιάς της γαλλικής Αριστεράς, ισχυρίζεται ότι η Αριστερά σήμερα μπορεί να αναφέρεται το πολύ στην ιδέα της δικαιοσύνης. Δεν μπορεί πλέον να μιλάει για πρόοδο, αφού βλέπει με ανησυχία την τεχνική που είναι η ενσάρκωση της προόδου, ενώ βλέπει με συμπάθεια την οικολογία, η οποία εξ ορισμού τείνει προς τη συντήρηση και όχι προς την αλλαγή.

Η πτώση του κομμουνισμού είχε σίγουρα σημαντική επίδραση στο δυναμικό της Αριστεράς. Επί πολλές δεκαετίες, η «ημερήσια διάταξη» για τον υπόλοιπο κόσμο είχε ήδη οριστεί από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης του κομμουνισμού, με το πρόγραμμά του για μια άλλη κοινωνία. 
 
Με ή χωρίς ενθουσιασμό, υποκινούμενος από ένα ένστικτο συντήρησης, αυτός ο υπόλοιπος κόσμος καταπιανόταν με καθήκοντα που περιέχονταν σε αυτό το πρόγραμμα, όπως είναι η πάλη εναντίον της δυστυχίας και της ταπείνωσης, η διεκδίκηση ικανοποιητικής αμοιβής για τον ρόλο της εργατικής τάξης στη διαδικασία δημιουργίας του πλούτου, η πάλη εναντίον των ανισοτήτων και για την κοινωνική δικαιοσύνη, η δωρεάν εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις και η κοινωνική ασφάλιση που προστατεύει τα άτομα από τις κακοτυχίες της ζωής. Πράγμα που διευκόλυνε περισσότερο τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία είχε βρει –παραδόξως- έναν ισχυρό σύμμαχο στον πιο λυσσαλέο εχθρό της, να επιβάλει το κοινωνικό της πρόγραμμα. 
 
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο «υπόλοιπος κόσμος» υλοποιούσε τα καθήκοντα που επέβαλλε η κομμουνιστική απειλή με επιτυχία πολύ μεγαλύτερη από όσο ο ίδιος ο κομμουνισμός! 
 
Σήμερα το φόβητρο του κομμουνισμού δεν υπάρχει πλέον. Επομένως τα προγράμματα βελτίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης υποχωρούν. Στη σφαίρα της πρακτικής, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ το εξέφρασε λακωνικά και με ακρίβεια λέγοντας: «Δεν υπάρχει καπιταλιστική και σοσιαλιστική οικονομία. Υπάρχει μόνο καλή ή κακή οικονομία»
 
Με αυτήν την έννοια, οι κυβερνήσεις της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς ανταγωνίζονται για το μεγαλύτερο αξίωμα μεταξύ των πιστών της εκκλησίας του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Στο τιμόνι του κράτους, τα δύο άκρα της πολιτικής βεντάλιας συμφωνούν στο να αναγνωρίζουν την οικονομική ανάπτυξη σαν φάρμακο για όλα τα κοινωνικά δεινά και στο να βλέπουν στην αύξηση της κατανάλωσης ένα κριτήριο της καλής διακυβέρνησης. Τα υπόλοιπα δεν είναι παρά εκλογική προπαγάνδα...
 • Πρέπει επομένως να ενταφιάσουμε την Αριστερά;

Κάθε άλλο. Σήμερα η Αριστερά έχει πάντα τη δυνατότητα να διατηρήσει και να εδραιώσει την ταυτότητά της. Αναφέρω εδώ δύο μόνον αρχές που συνδέονται αδιάσπαστα με ένα «όραμα» της Αριστεράς: την ανθρώπινη συνύπαρξη. 
 
Η πρώτη είναι η ευθύνη της κοινότητας για όλα τα μέλη της και, πιο συγκεκριμένα, η ευθύνη να εγγυάται την ασφάλεια κάθε μέλους της απέναντι στις κακοτυχίες της ζωής, τις καταστάσεις άρνησης της αξιοπρέπειας, αναπηρίας και ταπείνωσης...
 
(συνεχίζεται)
 
 
 

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ρομπόλης Σάββας: Η συνείδηση της ανεργίας

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ,  
"Η βία της ανεργίας",
εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ 607
 

Η εξέλιξη της ύφεσης και της ανεργίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2010-2014, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, αποδεικνύει ότι η ύφεση και η ανεργία δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. 

Αντίθετα, συνιστούν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ασκούμενων πολιτικών, οι οποίες ουσιαστικά φυλακίζουν τους πόρους της οικονομίας στο έλλειμμα και το χρέος, στερώντας από πόρους τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση. 

Έτσι η ανεργία (Νοέμβριος 2013, 28% 1.382.062 άτομα) έχει αποκτήσει μόνιμα και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, με την έννοια ότι μετά την ύφεση η ανεργία πολύ δύσκολα θα διαμορφωθεί κάτω από 17% μέχρι το 2026, ακόμη και με το αισιόδοξο σενάριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ 3,5%-4% (50.000 νέες θέσεις εργασίας τον χρόνο), καθώς αυτό το ποσοστό αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. 

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 (450.000 άτομα) και να δημιουργήσει το ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας που χάθηκαν την περίοδο 2010-2013, από τα δύο εκατομμύρια θέσεων εργασίας που χάθηκαν συνολικά στις χώρες εφαρμογής των Μνημονίων (Ελλάδα, Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία), ακόμη και με αυτό το αισιόδοξο σενάριο αύξησης του ΑΕΠ, θα χρειαστούν τουλάχιστον είκοσι χρόνια.


Σ' αυτό το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο της ανεργίας, το νέο, ενδιαφέρον, σύνθετο, επιμελημένο και με πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το οποίο αποπνέει ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνιολογικής και πολιτικής σκέψης, έχει ως στόχο να διερευνήσει: 

α) πώς αντιμετωπίζουν οι άνεργοι (και οι επιχειρήσεις) τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης; 

β) πώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανέργων επηρεάζουν τη σχέση τους με τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης; και 

γ) πώς διαμορφώνουν τις στάσεις, τις συμπεριφορές και τις αντιλήψεις τους για την ανεργία και τις υπηρεσίες απασχόλησης;

Με άλλα λόγια, η διενέργεια μιας ποιοτικής διάστασης μελέτης, όπως αναφέρει ο συγγραφέας,...(συνεχίζεται)



Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

The future of jobs - The onrushing wave


The onrushing wave


IN 1930, when the world was “suffering…from a bad attack of economic pessimism”, John Maynard Keynes wrote a broadly optimistic essay, “Economic Possibilities for our Grandchildren”. It imagined a middle way between revolution and stagnation that would leave the said grandchildren a great deal richer than their grandparents. But the path was not without dangers.

One of the worries Keynes admitted was a “new disease”: “technological unemployment…due to our discovery of means of economising the use of labour outrunning the pace at which we can find new uses for labour.” His readers might not have heard of the problem, he suggested—but they were certain to hear a lot more about it in the years to come.

For the most part, they did not. Nowadays, the majority of economists confidently wave such worries away. By raising productivity, they argue, any automation which economises on the use of labour will increase incomes. That will generate demand for new products and services, which will in turn create new jobs for displaced workers. To think otherwise has meant being tarred a Luddite—the name taken by 19th-century textile workers who smashed the machines taking their jobs.

For much of the 20th century, those arguing that technology brought ever more jobs and prosperity looked to have the better of the debate. Real incomes in Britain scarcely doubled between the beginning of the common era and 1570. They then tripled from 1570 to 1875. And they more than tripled from 1875 to 1975. Industrialisation did not end up eliminating the need for human workers. On the contrary, it created employment opportunities sufficient to soak up the 20th century’s exploding population. Keynes’s vision of everyone in the 2030s being a lot richer is largely achieved. His belief they would work just 15 hours or so a week has not come to pass.

When the sleeper wakes

Yet some now fear that a new era of automation enabled by ever more powerful and capable computers could work out differently. They start from the observation that, across the rich world, all is far from well in the world of work. The essence of what they see as a work crisis is that in rich countries the wages of the typical worker, adjusted for cost of living, are stagnant. In America the real wage has hardly budged over the past four decades. Even in places like Britain and Germany, where employment is touching new highs, wages have been flat for a decade. Recent research suggests that this is because substituting capital for labour through automation is increasingly attractive; as a result owners of capital have captured ever more of the world’s income since the 1980s, while the share going to labour has fallen.

At the same time, even in relatively egalitarian places like Sweden, inequality among the employed has risen sharply, with the share going to the highest earners soaring. For those not in the elite, argues David Graeber, an anthropologist at the London School of Economics, much of modern labour consists of stultifying “bullshit jobs”—low- and mid-level screen-sitting that serves simply to occupy workers for whom the economy no longer has much use. Keeping them employed, Mr Graeber argues, is not an economic choice; it is something the ruling class does to keep control over the lives of others.

Be that as it may, drudgery may soon enough give way to frank unemployment. There is already a long-term trend towards lower levels of employment in some rich countries. The proportion of American adults participating in the labour force recently hit its lowest level since 1978, and although some of that is due to the effects of ageing, some is not. In a recent speech that was modelled in part on Keynes’s “Possibilities”, Larry Summers, a former American treasury secretary, looked at employment trends among American men between 25 and 54. In the 1960s only one in 20 of those men was not working. According to Mr Summers’s extrapolations, in ten years the number could be one in seven.

This is one indication, Mr Summers says, that technical change is increasingly taking the form of “capital that effectively substitutes for labour”. There may be a lot more for such capital to do in the near future.

 A 2013 paper by Carl Benedikt Frey and Michael Osborne, of the University of Oxford, argued that jobs are at high risk of being automated in 47% of the occupational categories into which work is customarily sorted. That includes accountancy, legal work, technical writing and a lot of other white-collar occupations.

Answering the question of whether such automation could lead to prolonged pain for workers means taking a close look at past experience, theory and technological trends. The picture suggested by this evidence is a complex one. It is also more worrying than many economists and politicians have been prepared to admit.


The lathe of heaven


Economists take the relationship between innovation and higher living standards for granted in part because they believe history justifies such a view. Industrialisation clearly led to enormous rises in incomes and living standards over the long run. Yet the road to riches was rockier than is often appreciated.

In 1500 an estimated 75% of the British labour force toiled in agriculture. By 1800 that figure had fallen to 35%. When the shift to manufacturing got under way during the 18th century it was overwhelmingly done at small scale, either within the home or in a small workshop; employment in a large factory was a rarity. By the end of the 19th century huge plants in massive industrial cities were the norm. The great shift was made possible by automation and steam engines.

Industrial firms combined human labour with big, expensive capital equipment. To maximise the output of that costly machinery, factory owners reorganised the processes of production. Workers were given one or a few repetitive tasks, often making components of finished products rather than whole pieces. Bosses imposed a tight schedule and strict worker discipline to keep up the productive pace. The Industrial Revolution was not simply a matter of replacing muscle with steam; it was a matter of reshaping jobs themselves into the sort of precisely defined components that steam-driven machinery needed—cogs in a factory system.

The way old jobs were done changed; new jobs were created. Joel Mokyr, an economic historian at Northwestern University in Illinois, argues that the more intricate machines, techniques and supply chains of the period all required careful tending. The workers who provided that care were well rewarded. As research by Lawrence Katz, of Harvard University, and Robert Margo, of Boston University, shows, employment in manufacturing “hollowed out”. As employment grew for highly skilled workers and unskilled workers, craft workers lost out. 

This was the loss to which the Luddites, understandably if not effectively, took exception.




With the low-skilled workers far more numerous, at least to begin with, the lot of the average worker during the early part of this great industrial and social upheaval was not a happy one. 

As Mr Mokyr notes, “life did not improve all that much between 1750 and 1850.” For 60 years, from 1770 to 1830, growth in British wages, adjusted for inflation, was imperceptible because productivity growth was restricted to a few industries. Not until the late 19th century, when the gains had spread across the whole economy, did wages at last perform in line with productivity (see chart 1).

Along with social reforms and new political movements that gave voice to the workers, this faster wage growth helped spread the benefits of industrialisation across wider segments of the population. New investments in education provided a supply of workers for the more skilled jobs that were by then being created in ever greater numbers. This shift continued into the 20th century as post-secondary education became increasingly common.

Claudia Goldin, an economist at Harvard University, and Mr Katz have written that workers were in a “race between education and technology” during this period, and for the most part they won. Even so, it was not until the “golden age” after the second world war that workers in the rich world secured real prosperity, and a large, property-owning middle class came to dominate politics. At the same time communism, a legacy of industrialisation’s harsh early era, kept hundreds of millions of people around the world in poverty, and the effects of the imperialism driven by European industrialisation continued to be felt by billions.

The impacts of technological change take their time appearing. They also vary hugely from industry to industry. Although in many simple economic models technology pairs neatly with capital and labour to produce output, in practice technological changes do not affect all workers the same way. Some find that their skills are complementary to new technologies. Others find themselves out of work.

Take computers. In the early 20th century a “computer” was a worker, or a room of workers, doing mathematical calculations by hand, often with the end point of one person’s work the starting point for the next. The development of mechanical and electronic computing rendered these arrangements obsolete. But in time it greatly increased the productivity of those who used the new computers in their work.

Many other technical innovations had similar effects. New machinery displaced handicraft producers across numerous industries, from textiles to metalworking. At the same time it enabled vastly more output per person than craft producers could ever manage...


the whole text:  


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Στη δίνη της επαναστατικής αλλαγής



Από τον Θανάση Γιαλκέτση

Ηδη από το 1960, ο Γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός των επιστημών Μισέλ Σερ προέβλεπε ότι η κοινωνία του μέλλοντος θα καθοδηγείται από τον Ερμή και όχι από τον Προμηθέα.



Υπογράμμιζε, με άλλα λόγια, ότι η επικοινωνία θα γινόταν πιο σημαντική από την παραγωγή. 


Στο βιβλίο του «Η Κοντορεβιθούλα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (μετάφραση: Δημήτρης Ποταμιάνος, εκδ. Ποταμός), ο Σερ ερευνά τους μετασχηματισμούς του κόσμου και του ανθρώπου που συντελούνται υπό την επίδραση των νέων τεχνολογιών της επικοινωνίας. Η ακόλουθη συνέντευξη του Μισέλ Σερ δημοσιεύτηκε στην «Corriere della Sera».

• Στο βιβλίο σας «Η Κοντορεβιθούλα» ασχολείστε με τρεις επαναστάσεις, τελευταία από τις οποίες είναι αυτή που ζούμε σήμερα, με όλες τις συνέπειες που πηγάζουν από αυτήν. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτές;


Εχω μιλήσει για τρεις ιστορικές επαναστάσεις: 

- τη μετάβαση από την προφορικότητα στη γραφή, 

- την επανάσταση της τυπογραφίας στον 15ο αιώνα με την έλευση του Γουτεμβέργιου και του βιβλίου 

- και την τρίτη επανάσταση, εκείνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είναι μια επανάσταση που βασίζεται στο ζεύγος μέσο/μήνυμα. 


Στην προφορικότητα το μέσο είναι το σώμα και το μήνυμα τα ομιλούμενα.  
Επειτα, το μέσο είναι το χαρτί και το μήνυμα είναι αυτό που γράφεται ή τυπώνεται.  

Σήμερα το μέσο είναι υλικό και το μήνυμα είναι ηλεκτρονικό. 


Ολες αυτές οι επαναστάσεις –της γραφής, της τυπογραφίας και η δική μας– έχουν μετασχηματίσει σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνία. Εχουν προκαλέσει αλλαγές οικονομικές, βιομηχανικές, εμπορικές, αλλαγές στη γλώσσα, την επιστήμη, ακόμη και τη θρησκεία.  

Με τη γραφή, για παράδειγμα, συνδέθηκε η θρησκεία του βιβλίου, η εβραϊκή θρησκεία και έπειτα η χριστιανική. Στη συνέχεια, στον καιρό της τυπογραφίας, υπήρξε η Μεταρρύθμιση, ο προτεσταντισμός σε αντίθεση προς τον καθολικισμό. 

Κάθε φορά υπήρξαν επομένως επαναστάσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνίας και ακόμη και σήμερα θα πρέπει να περιμένουμε ανάλογες κρίσεις.

• Ηδη σχεδόν όλοι οι μεγάλοι θεσμοί είναι σε κρίση. Μπορείτε να μας πείτε από τι θα αντικατασταθούν αυτοί οι θεσμοί;

Απαντώ στο ερώτημά σας για τη γενική κρίση των θεσμών με μια στάση διαγνωστική, ιατρικού τύπου. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ορισμένοι τύποι μαζικών μέσων που χάνουν έδαφος, όπως είναι η εφημερίδα ή το βιβλίο. 

Η κρίση όμως είναι ακόμη πιο ριζική για το πανεπιστήμιο –δεδομένου ότι τα μαθήματα online παίρνουν το προβάδισμα– και αγγίζει ακόμη και τους πολιτικούς θεσμούς. 

Για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, δηλαδή από ποιους θεσμούς θα αντικατασταθούν, χρειάζεται να κάνω προγνώσεις, αλλά εγώ δεν είμαι ακόμη σε θέση να τις κάνω. Μου φαίνεται ότι θα χρειαζόμασταν έναν μεγάλο πολιτικό φιλόσοφο που θα επινοούσε νέους θεσμούς. 

Στον 19ο αιώνα υπήρξαν πολλοί ανανεωτές στοχαστές, όπως οι ουτοπικοί σοσιαλιστές, ο Μαρξ και άλλοι. Στον 20ό αιώνα όμως είχαμε αρκετά λιγότερους και ακόμη και σήμερα αισθανόμαστε πολύ την έλλειψή τους.

• Εχετε πει ότι οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν μια νέα ανθρώπινη ύπαρξη. Μπορείτε να μας εξηγήσετε αυτήν την ιδέα;

Με αφορμή την επινόηση της τυπογραφίας, σε ένα από τα δοκίμιά του ο Μοντέν είχε πει: «Είναι καλύτερο ένα καλοφτιαγμένο κεφάλι παρά ένα παραγεμισμένο κεφάλι». 

Είχε επισημάνει ένα παράξενο πράγμα: το κεφάλι, δηλαδή το υποκείμενο της σκέψης, άλλαζε. Με την έλευση της τυπογραφίας υπήρχε η εντύπωση ότι γεννιόταν ένας νέος τρόπος σκέψης. Το αποδεικνύει το γεγονός ότι ακριβώς τότε γεννήθηκε η μαθηματική φυσική. Και σήμερα αναδύεται ένας νέος τρόπος σκέψης, ένα νέο κεφάλι. 

Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι η μνήμη μας και μεγάλο μέρος των δικτύων με τα οποία συνδεόμαστε. Πολλές από τις παλιές λειτουργίες της σκέψης έχουν αντικατασταθεί από τον υπολογιστή και επομένως το κεφάλι αλλάζει. Αυτό είναι το νέο πρόσωπο. 
Αλλάζει κυρίως το υποκείμενο της σκέψης, αλλά αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουμε. 

Στο μετρό του Λονδίνου ή του Παρισιού βλέπουμε ότι όλοι μιλούν στα κινητά τους τηλέφωνα και με αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζουν πλήρως την κοινότητα του μετρό του παρελθόντος.  
Υπάρχουν δύο πράγματα που αλλάζουν, το υποκείμενο της σκέψης και το υποκείμενο της κοινότητας.

• Με εντυπωσίασε πολύ στο βιβλίο σας η θέση ότι τα δίκτυα είναι χώροι του παρελθόντος και ότι σήμερα η ιδέα μας για τον χώρο έχει αλλάξει, είναι στην πραγματικότητα ένας τοπολογικός χώρος χωρίς απόσταση. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτόν τον τοπολογικό χώρο και για το τι θα σημαίνει στο μέλλον;

Κάποτε μια οδική διεύθυνση ήταν ένας κώδικας που αναφερόταν σε μια περιοχή του χάρτη μιας πόλης σχεδιασμένη σύμφωνα με τη μετρική γεωμετρία, με την οποία ορίζονται οι αποστάσεις. 
Με τη νέα τεχνολογία η απόσταση χάνεται. Δεν περιορίζεται μόνον, όπως συνέβαινε πριν, όταν οι αποστάσεις μειώνονταν χάρη σε ένα άλογο ή σε ένα αεροπλάνο. 
 
Σήμερα εκμηδενίζεται και επομένως η νέα μας διεύθυνση είναι η διεύθυνση του κινητού τηλεφώνου μας ή του ηλεκτρονικού μας υπολογιστή, που λειτουργεί παντού όπου βρισκόμαστε και επιτρέπει να στέλνουμε μηνύματα όπου και αν βρίσκεται ο αποδέκτης. Με μιαν ορισμένη έννοια, δεν κατοικούμε πλέον στον ίδιο χώρο που κατοικούσαν οι γονείς μας. 
 
Εχουμε αλλάξει χώρο και αυτή η αλλαγή είναι από πολλές απόψεις θεμελιώδης...(Συνεχίζεται)
 
 

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Noam Chomsky: Πως λειτουργεί ο κόσμος

" Παρ' όλο που οι ομιλίες και οι συνεντεύξεις που συγκενρώνονται σ'αυτό το βιβλίο έγιναν στη δεκαετία του 1990 ( ορισμένες ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ) πιστεύω ότι θα διαπιστώσετε πως η πρόσληψη των πραγμάτων από τον Τσόμσκι είναι πολύ πιο εμβριθής από όσα ακούτε σήμερα στα ραδιόφωνα ή διαβάζεται στις εφημερίδες. Οι αναλύσεις του είναι τόσο βαθιές και διορατικές, που μοιάζουν πιο σύγχρονες - και αναπάντεχες-  με το πέρασμα του χρόνου. Διαβάστε λίγες σελίδες και θα το διαπιστώσετε." 

Άρθουρ Νάιμαν


...<< Το ελεύθερο  εμπόριο είναι καλό για τα Υπουργεία Οικονομίας και τα κύρια άρθρα των εφημερίδων, αλλά ουδείς παίρνει στα σοβαρά αυτές τις θεωρίες στον κόσμο των μεγάλων εταιρειών, ούτε και οι κυβερνήσεις.

..Οι κυβερνήσεις, των βιομηχανικών κοινωνιών, πληρώνουν με δημόσιο χρήμα την έρευνα και την ανάπτυξη και παρέχουν, κυρίως μέσω του στρατού, μια κρατικά εγγυημένη αγορά για την παραγωγή άχρηστων αντικειμένων. 

Αυτό το σύστημα δημόσιας επιδότησης και ιδιωτικού κέρδους αποκαλείται ελεύθερη επιχείρηση.


...'Επρεπε να αποκατασταθεί η παραδοσιακή δεξιά τάξη πραγμάτων, οι επιχειρήσεις να κυριαρχούν, οι εργαζόμενοι να είναι διαιρεμένοι και αδύναμοι και το βάρος της ανοικοδόμησης να πέσει εξ ολοκλήρου στους ώμους των εργατικών τάξεων και των φτωχών.

...Ο απροκάλυπτος στρατιωτικός έλεγχος δεν είναι πλέον αναγκαίος, καθώς διατίθενται νέοι μηχανισμοί υποταγής, επί παραδείγματι, οι έλεγχοι που ασκούνται μέσω του ΔΝΤ (το οποίο, όπως και η Παγκόσμια Τράπεζα, δανείζει στις φτωχές χώρες χρήματα που του παρέχουν κυρίως οι βιομηχανικές δυνάμεις). 

Ως αντάλλαγμα για τα δάνεια του, το ΔΝΤ επιβάλλει "φιλελευθεροποίση": μια οικονομία ανοιχτή στην ξένη διείσδυση και στον ξένο έλεγχο, απότομες περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες προς τον γενικό πληθυσμό κ.ο.κ. 

Αυτά τα μέτρα εδραιώνουν ακόμη περισσότερο την δύναμη των εισοδηματικά ανώτερων τάξεων και των ξένω επενδυτών ( "σταθερότητα") και ενισχύουν την κλασική δομή του Τρίτου Κόσμου, που αποτελούνται από δύο στρώματα: τους πάμπλουτους ( και μια σχετικά ευημερούσα επαγγελματική τάξη που τους υπηρετεί ) και μια τεράστια μάζα φτωχών και βασανισμένων ανθρώπων. >>


NOAM CHOMSKY
ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Noam Chomsky: "How the World Works"

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ανάμεσα στις φούσκες και στην ύφεση


" Αντιμέτωποι με έναν ιδιωτικό τομέα 

που θέλει να αποταμιεύει πολύ και να επενδύει λίγο, 

ακολουθήσαμε πολιτικές λιτότητας που βαθαίνουν την ύφεση "



<< Ποιος το προκάλεσε πάλι αυτό...

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν αξιοσημείωτα σταθερό, μάλλον επειδή οι περισσότερες χώρες έθεταν περιορισμούς στις διασυνοριακές μετακινήσεις κεφαλαίων. 

Στις αρχές της δεκαετίας του '7O, ωστόσο, η απορρύθμιση και η αυξανόμενη επιθετικότητα των τραπεζών προκάλεσε ένα κύμα διοχέτευσης κεφαλαίων προς τη Λατινική Αμερική.  

Ακολούθησε ένας "απότομος τερματισμός" το 1982 και μια οικονομική κρίση που οδήγησε σε μια δεκαετία οικονομικής στασιμότητας.

Η Λατινική Αμερική επέστρεψε τελικά στην ανάπτυξη, όμως τη δεκαετία του '90 μια μεγαλύτερη εκδοχή της ίδιας ιστορίας επαναλήφθηκε στην Ασία: 

Τεράστιες ροές χρημάτων τις οποίες διαδέχεται ένας απότομος τερματισμός και η οικονομική κατάρρευση. Ορισμένες ασιατικές οικονομίες επανέκαμψαν γρήγορα. 

Ωστόσο, ούτε οι επενδύσεις ούτε η ανάπτυξη επέστρεψε στα προηγούμενα επίπεδα.

Πρόσφατα, η εκδοχή επαναλήφθηκε και στην Ευρώπη με μια ροή χρημάτων προς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, ένα αιφνίδιο τέλος σε αυτήν και τεράστιο οικονομικό πόνο. 

Όπως προείπα, η ιστορία παραμένει ίδια, οι επιπτώσεις χειροτερεύουν...  >>


 

* The New York Times: Ποιος ευθύνεται για τις κρίσεις;  

 Του Πολ Κρούγκμαν 

Πηγή/όλο το κείμενο: http://www.avgi.gr/article/1781717/the-new-york-times-poios-euthunetai-gia-tis-kriseis-

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Η κρίση είναι ένας πόλεμος που διεξάγουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές

[ Μια πολύ βασική έννοια στην ανάλυσή σας είναι αυτή της «χειραφέτησης». Τι ακριβώς σημαίνει και ποιες είναι οι προϋποθέσεις της;

Ζακ Ρανσιέρ: Το πιο σημαντικό στην έννοια της «χειραφέτησης» είναι ότι δεν αναφέρεται στο «σπάσιμο» από το παλιό, από το παρελθόν, αλλά από την απαλλοτρίωση των ίδιων των διανοητικών ικανοτήτων των ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος που επέμεινα στο θέμα της κοινωνικής χειραφέτησης, για παράδειγμα των εργατών στον 19ο αιώνα. 

Ομως η χειραφέτηση δεν αφορά μόνο την πάλη για καλύτερες συνθήκες εργασίας και ζωής, αλλά τη συνολική ικανότητα των ανθρώπων να διαχειρίζονται τις κοινές υποθέσεις και όλα όσα τους αφορούν. 

Στην αρχαιότητα σήμαινε την απελευθέρωση των δούλων από τους αφέντες τους, αλλά στη σύγχρονη εποχή εννοούμε κυρίως την ατομική χειραφέτηση, την εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ανθρώπων να αυτοκυβερνώνται. Την ικανότητά τους να σκέφτονται ως μέλη μιας κοινότητας και όχι μόνο να υπερασπίζονται τα ατομικά τους συμφέροντα.

• Σήμερα στην Ευρώπη όλες οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν το ίδιο πρόγραμμα καταστροφής κάθε δημόσιου αγαθού και κάθε είδους αλληλεγγύης. Πώς μπορούμε να αντισταθούμε σ’ αυτή την τάση και να υπερασπιστούμε την κοινωνική συνοχή;

Ζακ Ρανσιέρ: Σήμερα εφαρμόζεται μια πολιτική που έχει επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση και εκφράζει τις χρηματοπιστωτικές αγορές.  

Τα κράτη αποτελούν τα εργαλεία εφαρμογής αυτής της πολιτικής. 

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα αντίστασης μόνο εάν κινητοποιηθούν ανεξάρτητες κοινωνικές δυνάμεις, αυτόνομες σε σχέση με τον κομματικό ανταγωνισμό για την κατάκτηση του κρατικού μηχανισμού. Αυτές οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πρέπει να έχουν το δικό τους αυτόνομο πρόγραμμα, ανεξάρτητο από την ατζέντα του κράτους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και για το κίνημα στην Ελλάδα, το οποίο πρέπει να έχει τη δική του ατζέντα και τα δικά του ΜΜΕ.  ]



 .........................



Ζακ Ρανσιέρ, καθηγητής Φιλοσοφίας 

" Η αγορά σήμερα έχει πάρει τη θέση της επανάστασης" 

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας Ζακ Ρανσιέρ μιλά με πάθος για τη χειραφέτηση, την αισθητική, την αυτονομία και την επικοινωνία. Υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του Λουί Αλτουσέρ, με τον οποίο ήρθε σε ρήξη με αφορμή τη στάση του τελευταίου στην εξέγερση του Μάη του 1968 . 

Τον συναντούμε στη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας, του οποίου είναι προσκεκλημένος. Παρά το βαρύ πρωινό του πρόγραμμα, γεμάτο συνεντεύξεις, και την προγραμματισμένη απογευματινή διάλεξη με θέμα «Η σκέψη του παρόντος», μας απαντά μιλώντας με πάθος για τη χειραφέτηση, την αισθητική, την αυτονομία και την επικοινωνία.

«Η κρίση είναι ένας πόλεμος που διεξάγουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές

«Θα είναι ενδιαφέρον εάν με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού στην Ευρώπη

Στον Τάσο Τσακίρογλου


Όλο το κείμενο 
Πηγή : https://www.efsyn.gr/?p=171046

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Τηρήστε τις δεσμεύσεις σας για τους τυφλούς

- [Οι τυφλοί διεκδικούν από το «πρωτογενές πλεόνασμα» όσα τους υποσχέθηκε ο πρωθυπουργός στις 10 Ιουλίου 2013, τονίζει σε ανακοίνωσή της η Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών, που θυμίζει στους «αρμοδίους» που συχνά ξεχνούν:

Στις 10 Ιουλίου 2013 το Προεδρείο της Εθνικής Ομοσπονδίας Τυφλών, ύστερα από αλλεπάλληλες αγωνιστικές κινητοποιήσεις, κατόρθωσε να συναντηθεί με τον πρωθυπουργός της χώρας, με τον οποίο συζήτησε μια σειρά ζωτικής φύσεως θέματα επιβίωσης που αφορούσαν τους εργαζομένους και συνταξιούχους τυφλούς της χώρας.

Ο κύριος Σαμαράς βρήκε δίκαιο και πρέπον να στηριχθεί το εισόδημα των τυφλών και δεσμεύτηκε -όπως και ο υπουργός Οικονομικών κ. Στουρνάρας, με τον οποίο είχαμε παρόμοια συνάντηση τον Σεπτέμβριο- 

ότι, εφόσον υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα, από την 1η Ιανουαρίου 2014 

α) θα χορηγηθεί...]


- [Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, και ορθώς, αντισυνταγματικές και παράνομες τις περικοπές στους μισθούς των ενστόλων, που έγιναν από τον Αύγουστο του 2012 και μετά, 

θα πρέπει να αναλογιστεί ο καθένας πόσο πιο νόμιμο και ηθικό είναι να δικαιωθούν και οι τυφλοί εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα...]


Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Να μην ιδιωτικοποιηθεί το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας

Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής εργαζομένων ΑΔΜΗΕ 

Με Σχέδιο Νόμου η συγκυβέρνηση προχωρά άμεσα στην ιδιωτικοποίηση του 66% του ΑΔΜΗΕ (θυγατρική του Ομίλου ΔΕΗ) και εκποιεί το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. 

Το Σχέδιο Νόμου εντάσσεται στο πλαίσιο της περαιτέρω ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ Α.Ε., μέσω της πώλησης του 30% των μονάδων παραγωγής (μικρή ΔΕΗ).  

Σε ανακοίνωσή της η Συντονιστική Επιτροπή Εργαζομένων ΑΔΜΗΕ τονίζει ότι «η απόφαση ιδιωτικοποίησης του ΑΔΜΗΕ και της ΔΕΗ είναι επιταγή του μνημονίου και καθαρά πολιτική απόφαση που δεν απορρέει από τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες». 

Επισημαίνει επίσης ότι ο ΑΔΜΗΕ είναι «μια κερδοφόρα επιχείρηση που το 2012 είχε €325 εκ. κύκλο εργασιών, κέρδη προ φόρων (EBITDA) €114,1 εκ. και απέδωσε στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία 103,7 εκατ. €. Το ίδιο έτος, επένδυσε στο σύστημα μεταφοράς και την πραγματική οικονομία €253 εκατ., ενώ έχει ήδη εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις από το ΕΣΠΑ και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για την υλοποίηση μεγάλων έργων, όπως η διασύνδεση των Κυκλάδων και της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα».
 

Η ίδια η πώληση του ΑΔΜΗΕ διαφαίνεται σκανδαλώδης: Θα γίνει με αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ (Άρθρο 2α), ενώ στο Άρθρο 4 του νομοσχεδίου ορίζεται εμμέσως ότι το τίμημα θα καθοριστεί από τον αγοραστή. 

Σύμφωνα με όσα διαρρέουν, το ποσό θα κυμανθεί στα 300-400 εκατ. €, όσες περίπου οι επενδύσεις που ο ΑΔΜΗΕ πραγματοποιεί σε ένα χρόνο.  

Τα περί ελέγχου του νέου ιδιοκτήτη από δήθεν καταστατικές μειοψηφίες του Δημοσίου και τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) είναι υποκριτικά. Αφενός, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη στο νόμο που να εμποδίζει την περαιτέρω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. 

Αφετέρου, ο ρόλος της ΡΑΕ είναι γνωστός τοις πάσι στην ενεργειακή αγορά: «λαγός» κάθε ιδιωτικοποίησης, «δικαστής» υπέρ των ιδιωτών σε κάθε αντιδικία με τη ΔΕΗ, συνυπεύθυνη για την αποτυχία του ενεργειακού σχεδιασμού της τελευταίας δεκαετίας που έχει οδηγήσει σε χρεοκοπία την αγορά ηλεκτρισμού.

 Η ΡΑΕ έθεσε τις βάσεις για τη σημερινή λειτουργία της αγοράς. Ο Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους, ο υπολογισμός των Αποδεικτικών Διαθεσιμότητας Ισχύος ήταν δικές της -παγκόσμιες- πρωτοτυπίες. Το σύστημα εγγυημένων τιμών ΑΠΕ, η χρέωση του ΕΤΜΕΑΡ (τέλος ΑΠΕ) εις βάρος των νοικοκυριών, τα σκάνδαλα των Hellas Power και Εnerga βασίστηκαν σε δικές της αποφάσεις.
 

- Ο ΑΔΜΗΕ ελέγχει την πρόσβαση στο ηλεκτρικό δίκτυο μεταφοράς, ρυθμίζει το ποιος και πώς παράγει, ποιος και πώς καταναλώνει ηλεκτρική ενέργεια.  

- Χωρίς πρόσβαση στο δίκτυο, είναι αδύνατη οποιαδήποτε σοβαρή επένδυση στη χώρα. Αυτός που ελέγχει τον ΑΔΜΗΕ κρατά και τα κλειδιά της βιομηχανίας και όλων των παραγωγικών κλάδων της Ελληνικής Οικονομίας.
 
Το δίκτυο μεταφοράς αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και δεν νοείται κυρίαρχη χώρα χωρίς έλεγχο των φυσικών μονοπωλίων.
 
Γι’ αυτό το λόγο, οι αντίστοιχες εταιρίες στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της Ε.Ε. είναι υπό δημόσιο έλεγχο, με εξαίρεση τις υπό επιτήρηση χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία).  

Και, μάλιστα, σε χώρες που η αγορά ενέργειας είναι πλήρως «απελευθερωμένη» και χωρίς «στρεβλώσεις»... (συνέχεια)

Πηγή:  http://e-dromos.gr/

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Αυξήσεις στο ρεύμα με την ιδιωτικοποίηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ)


<<Η αύξηση των λογαριασμών στο ρεύμα είναι μία από τις πρώτες επιπτώσεις της ιδιωτικοποίηση του μονοπωλίου στο δίκτυο μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Ηδη η ΡΑΕ έχει εισηγηθεί αυξήσεις στο έσοδο του ιδιώτη που θα ελέγχει το δίκτυο, βάσει πληθωρισμού...>>

 
...Τι παίρνει ο ιδιώτης

Τη μεταφορά και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα έχει αναλάβει ο ΑΔΜΗΕ. Μπορεί να αποφασίζει ποια περιοχή θα μείνει, αν χρειαστεί, χωρίς ρεύμα.
Δεν υπάρχει δυνατότητα καταμέτρησης της αξίας του ΑΔΜΗΕ.
 
Συγκεκριμένα ο ΑΔΜΗΕ διαθέτει:

* 11.000 χιλιόμετρα γραμμών υψηλής τάσης.

* 221 υποσταθμούς και Κέντρα Υψηλής Τάσης (ΚΥΤ).

* Τρία Εθνικά Κέντρα Ελέγχου Ενέργειας.
 
Ταυτόχρονα όμως ο ιδιώτης αποκτά και ήδη εξασφαλισμένο δάνειο από τον ΑΔΜΗΕ, που αντιστοιχεί με το 85% του κόστους της επένδυσης...