Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Γιατί διαλύεται και πωλείται η ΔΕΗ


Ας αναλογιστούμε ότι ο Ομιλος ΔΕΗ είναι τεράστιο μέγεθος για την οικονομία και την παραγωγική βάση της χώρας μας. 

Είναι η μεγαλύτερη βιομηχανία παρά τα προβλήματα που της έχουν δημιουργήσει και τα πλήγματα που της έχουν επιφέρει 

Ολοι οι καταναλωτές έχουν βιώσει τις πολύ μεγάλες αυξήσεις των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, πλήγμα για την κοινωνία, την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο κάποιοι όμιλοι κέρδισαν. Οι εργαζόμενοι στην ΔΕΗ αντιστέκονται στα καταστροφικά σχέδια της κυβέρνησης  

Ολοι οι καταναλωτές έχουν βιώσει τις πολύ μεγάλες αυξήσεις των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, πλήγμα για την κοινωνία, την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο κάποιοι όμιλοι κέρδισαν

Οι εργαζόμενοι στην ΔΕΗ αντιστέκονται στα καταστροφικά σχέδια της κυβέρνησης Ας δούμε τα γεγονότα:
 
1 ΠΩΛΕΙΤΑΙ Ο ΑΔΜΗΕ (το 66% του μετοχικού κεφαλαίου), εταιρεία 100% θυγατρική της ΔΕΗ, η οποία κατέχει, αναπτύσσει και λειτουργεί το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας: 

- Γραμμές Υψηλής και Υπερυψηλής Τάσης (11.000 χλμ. μήκους), 
- Κέντρα Υπερυψηλής Τάσης, 
-Κέντρο Κατανομής Φορτίου, εγκαταστάσεις συντηρήσεων και κατασκευών κ.λπ.

Πρόκειται για εθνική υποδομή μείζονος σημασίας, και περιουσιακό στοιχείο της ΔΕΗ ανεκτίμητης αξίας

Ως φυσικά μονοπώλια τα δίκτυα αποτελούν τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία (assets) των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού.

Με οικονομικούς όρους η αξία του ελληνικού δικτύου μεταφοράς είναι τεράστια. Μόνο η αναπόσβεστη αξία του (netbook value) στις 31.12.2012 ανερχόταν στα 1,545 δισ. ευρώ. 

Η δε αξία αντικατάστασης είναι πολλαπλάσια. Και βέβαια δεν πρέπει να παραλειφθεί η αξία «άυλων» στοιχείων όπως η υψηλότατης στάθμης, με διεθνή στάνταρντς, τεχνογνωσία, οργάνωση και εμπειρία.

Η απόσπαση του ΑΔΜΗΕ από τη ΔΕΗ, και μάλιστα με όρους απολύτως ασύμφορους (με επιεικέστατο χαρακτηρισμό) θα αποτελέσει καίριο πλήγμα για τον Ομιλο ΔΕΗ.

Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στα σοβαρά ούτε για λόγους δημοσιονομικούς, με δεδομένη την αξία και τη σημασία του Συστήματος Μεταφοράς, η δε παρουσία του όποιου ιδιώτη δεν πρόκειται να συμβάλει, το αντίθετο μάλιστα, στη μείωση της τιμής της KWH: το κόστος μεταφοράς ανέρχεται μόλις στο 4% του συνολικού. 

Εξάλλου ο βασικός παράγοντας διαμόρφωσής του είναι το κόστος κεφαλαίου, πράγμα που σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο οιοσδήποτε ιδιώτης επιδιώκει ανάκτηση των επενδυόμενων κεφαλαίων σε πολύ μικρότερο χρόνο απ' ό,τι μέχρι σήμερα η ΔΕΗ, συνεπάγεται αύξησή του.
 

2 ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΜΙΚΡΗΣ ΔΕΗ» και πώλησή της στους ιδιώτες κατά 100%, με απόσπαση από τη ΔΕΗ του 30% των καθετοποιημένων δραστηριοτήτων της: 

- λιγνιτωρυχεία 
- σταθμοί παραγωγής
- εμπορία (πελάτες).

Πρόκειται για εξαιρετικά μεγάλης έκτασης επέμβαση στη δομή και λειτουργία της ΔΕΗ. Τα διακυβεύματα είναι τεράστια. 

Το ελάχιστο που θα περίμενε η ελληνική κοινωνία είναι μια επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη για τις επιπτώσεις και τις προοπτικές. Αντί γι' αυτό αιτιολογική βάση είναι γενικότητες και θέσφατα του τύπου «ανάγκη ιδιωτικοποιήσεων» και «λειτουργία του ανταγωνισμού».

Στο πλαίσιο του παρόντος περιοριζόμαστε να αναφέρουμε κάποιες από τις ανησυχίες και προβληματισμούς των αρμόδιων στελεχών της ΔΕΗ, τα οποία βέβαια ουδέποτε κλήθηκαν να διατυπώσουν τις απόψεις τους.

Η διάσπαση της συνεκτικής, μεταλλευτικά, ενότητας της περιοχής Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου θα προκαλέσει αξεπέραστα λειτουργικά προβλήματα με σοβαρότατες οικονομικές επιπτώσεις.

Διαγράφονται σοβαρότατοι κίνδυνοι υπολειτουργίας ή μη εκμετάλλευσης σημαντικών λιγνιτικών κοιτασμάτων (Αμύνταιο - Κομνηνά κ.λπ.) και απαξίωσης πανάκριβου πάγιου εξοπλισμού ορυχείων, ικανού να λειτουργήσει για δεκαετίες.

Χαρίζεται η πλέον σύγχρονη και σκανδαλωδώς ακριβοπληρωμένη λιγινιτική Μονάδα της Φλώρινας (ΑΗΣ Μελίτης) με όλη την πανάκριβη υφιστάμενη υποδομή για ανέγερση και δεύτερης Μονάδας. Πόσο θα αποτιμηθούν αυτά;

Ακυρώνονται οι υφιστάμενες δυνατότητες συνεργειών και οικονομικών κλίμακας, στην εκμετάλλευση των Σταθμών και των Ορυχείων με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.

Παραδίδονται σε ιδιώτες Υδροηλεκτρικοί Σταθμοί, οι οποίοι εκτός των άλλων, συνιστούν υποδομές πολλαπλού σκοπού, δηλαδή κατ' εξοχήν δημοσίου συμφέροντος (ύδρευση - άρδευση - παραγωγή ηλεκτρισμού).

Ας αναλογιστούμε ότι το 1975 η Πολιτεία, πολιτευόμενη για το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου να επιτευχθούν συνέργειες και οικονομίες κλίμακας, ενέταξε τα ιδιωτικά ορυχεία της ΛΙΠΤΟΛ στη ΔΕΗ, πράγμα που έδωσε τεράστια ώθηση στην εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων της Δυτ. Μακεδονίας και συνακόλουθα στην παραγωγή Η.Ε.
 

3 ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΣΕ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΕΠΕΝΔΥΤΗ το 17% του μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ, που θα απομείνει μετά την απόσχιση της «Μικρής ΔΕΗ» με ταυτόχρονη παραχώρηση του management.

Τα ανωτέρω συνιστούν «κοσμογονικές» αλλαγές στον τομέα του ηλεκτρισμού στη χώρα μας. Πέραν των επιπτώσεων που ήδη αναφέρθηκαν, συνεπάγονται την ουσιαστική απόσυρση του Δημοσίου απ' αυτόν τον καίριας σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία τομέα, και αποστερούν από την πολιτεία ένα πολύτιμο εργαλείο άσκησης κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής, όπως είναι ο Ομιλος ΔΕΗ.

Ας αναλογιστούμε εν προκειμένω ότι ο Ομιλος ΔΕΗ είναι τεράστιο μέγεθος για την οικονομία και την παραγωγική βάση της χώρας μας. Είναι η μεγαλύτερη βιομηχανία,  

και παρά τα προβλήματα που της έχουν δημιουργήσει και τα πλήγματα που της έχουν επιφέρει οι ασκηθείσες την τελευταία τουλάχιστον 20ετία πολιτικές, σε όλα τα πεδία δραστηριότητάς της, παραμένει ο μεγαλύτερος επενδυτικός φορέας, στήριγμα της παραγωγής και της εν γένει οικονομικής δραστηριότητας.


Ανταγωνισμός: μύθοι και πραγματικότητα


Υποτίθεται ότι η «τμηματοποίηση» της παραγωγικής βάσης της ΔΕΗ και η πώλησή της στο ιδιωτικό κεφάλαιο, όπως περιγράφηκε, θα αυξήσει τον αριθμό των «ισχυρών παικτών» της αγοράς και θα τονώσει τον ανταγωνισμό.

Ποια σχέση έχουν αυτά με την πραγματικότητα; Και το κυριότερο, θα οδηγήσουν σε μείωση του κόστους παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας που είναι και το κατ' εξοχήν ζητούμενο, ιδιαίτερα για τη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία και την κοινωνία, που υποφέρει;

Θεμελιώδης αιτιολογική βάση της οδηγίας της Ε.Ε. για την απελευθέρωση της αγοράς είναι «να απολαμβάνουν όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες το αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μέγιστη ποιότητα και το ελάχιστο κόστος». 

Ωστόσο η πραγματικότητα, έπειτα από περίπου 15 χρόνια, κάθε άλλο παρά δικαίωσε αυτές τις προσδοκίες.

Δεν έχει υπάρξει περίπτωση μείωσης των τιμών ούτε και στις χώρες της Ε.Ε., στις οποίες οι συνθήκες είναι οι πλέον ευνοϊκές για τη λειτουργία της αγοράς, όπως μεγάλες καταναλώσεις, ύπαρξη πολλών διασυνδέσεων με γειτονικές χώρες και συνεπώς πρόσβαση σε μεγάλα κέντρα και επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας κ.λπ.

Λόγω των ιδιαιτεροτήτων του προϊόντος του ηλεκτρισμού, όπως 

αδυναμία αποθήκευσης, 

υψηλές διακυμάνσεις τιμών,

μικρή ελαστικότητα της ζήτησης, 

 δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο ανταγωνισμός και είναι αναπόφευκτη η δημιουργία ολιγοπωλιακών καταστάσεων. 

Πράγματι στην Ε.Ε. επτά (7) επιχειρήσεις ελέγχουν πάνω από τα 2/3 της ηλεκτρικής ενέργειας (βλ. σχετικά άρθρο του μηχανικού της ΔΕΗ κ. Ξ. Μιχαηλίδη στην «Ε» στις 6.4.2014).
 

Οι συνέπειες


Στη χώρα μας οι ανωτέρω αρνητικές συνέπειες εκδηλώνονται ακόμη πιο έντονα. 

Ολοι οι καταναλωτές έχουν βιώσει τις πολύ μεγάλες αυξήσεις των τιμών της Η.Ε., πλήγμα για την κοινωνία, την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα.  

Ωστόσο κάποιοι όμιλοι κέρδισαν. 

Οπως αναφέρει σε άρθρο του ο καθ. Π. Ευθύμογλου, αντιπρόεδρος της ΔΕΗ τη διετία 2007-2009, στην Ελλάδα εξαιτίας της θέσης της και της απόστασής της από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής και κατανάλωσης Η.Ε., σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος της εγχώριας αγοράς, δεν είναι δυνατό να αναπτυχθούν μηχανισμοί και δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης, ώστε να υπάρξει ολοκληρωμένη λειτουργία της αγοράς και του ανταγωνισμού.

Εξάλλου, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνουν οι Δ. Παπαμαντέλος, διοικητής της ΔΕΗ από το 1981 μέχρι το 1985, και

Κ. Γιωτόπουλος, τ. γενικός διευθυντής Οικονομικού της ΔΕΗ τη 10ετία του 1980, 

σε άρθρο τους στην «Ε» στις 16/3/2014, καθοριστικοί παράγοντες στο κόστος παραγωγής του ηλεκτρισμού είναι το κόστος καυσίμου και το κόστος κεφαλαίου, ενώ η συμμετοχή του κόστους εργασίας είναι πολύ μικρή.


* Αυτό εξηγεί τη μεγάλη αύξηση 
του κόστους παραγωγής Η.Ε. τα τελευταία χρόνια,

καθώς η συμμετοχή της λιγνιτικής παραγωγής περιορίστηκε από το 78% στο 48%, με αντίστοιχη άνοδο της παραγωγής από φυσικό αέριο, το κόστος της οποίας είναι περίπου διπλάσιο της λιγνιτικής, 

καθώς και από τις ΑΠΕ με τις γνωστές εξωφρενικές τιμές. 

Κι αυτό παρά τις μεγάλες μειώσεις των μισθολογικών δαπανών της τάξης του 40% σε σχέση με το 2009.

Σε ό,τι αφορά στο κόστος κεφαλαίου, μια επιχείρηση σαν τη ΔΕΗ, ακόμη και με τη μορφή Α.Ε. σε συνθήκες -αθέμιτου- ανταγωνισμού, αποδέχεται να ανακτά τα κεφάλαια που επενδύει στα έργα της, ως λογική απόδοση, σε 25 χρόνια. Αυτό συνεπάγεται μείωση των αποσβέσεων με ανάλογες ευεργετικές επιπτώσεις στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι δεδομένο ότι κανένας ιδιωτικός φορέας δεν επενδύει με προοπτική ανάκτησης των κεφαλαίων του πλέον των 10-12 ετών στην καλύτερη περίπτωση.



Γιατί λοιπόν προωθούνται αυτά τα σχέδια;

 
Η διαρκής αύξηση της ζήτησης Η.Ε. μέχρι και το 2009 προκάλεσε ένα επενδυτικό κύμα με ανάπτυξη μονάδων παραγωγής Η.Ε. από ιδιώτες με καύσιμο φυσικό αέριο. Η προτίμηση στο φυσικό αέριο οφείλεται στο χαμηλό σχετικά κόστος επένδυσης (3-4 φορές μικρότερο του λιγνίτη). 

Αν και η προσφορά μετά βίας κάλυπτε τη ζήτηση, την ίδια περίοδο, η ΔΕΗ, με διάφορες παρεμβάσεις και μεθοδεύσεις εμποδιζόταν να κατασκευάσει δικές της μονάδες, ακόμη και να αντικαταστήσει παλιές χωρίς να προσθέσει νέα ισχύ.

Η ύφεση ωστόσο που ακολούθησε με τη μεγάλη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, σε συνδυασμό με τη ραγδαία εισαγωγή των ΑΠΕ, έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση πλήρους ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Η παραγωγική ικανότητα (ισχύς) των συμβατικών Μονάδων ΔΕΗ και ιδιωτών ανέρχεται σήμερα σε 13.074 MW. Σ' αυτή πρέπει να προστεθεί και η επικείμενη να ενταχθεί Μονάδα Φ.Α. στη Μεγαλόπολη ισχύος 800 MW , και η ισχύς των ΑΠΕ η οποία ανέρχεται σε 4.390 MW (2.380 MW Φ/Β και 1.500 MW αιολικά). Στον αντίποδα η μέση ζήτηση ανέρχεται στα 6.000 MW, με αιχμή (μικρές περιόδους του έτους) τα 9.150 MW.


Εύλογα τίθεται το ερώτημα: 
πώς επιβιώνουν οι παραγωγοί, ιδιαίτερα οι ιδιώτες, σε αυτές τις συνθήκες;

Η απάντηση βρίσκεται στα ειδικά μέτρα- στρεβλώσεις της αγοράς σε βάρος της ΔΕΗ και των καταναλωτών - τα οποία έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα. Αυτά είναι γνωστά σε όλους όσοι ασχολούνται με τον Τομέα,

 ομολογήθηκαν δε με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο από τον πρόεδρο της ΡΑΕ κ. Βασιλάκο σε άρθρο του στο «Βήμα» στις 7/4/2014.
 

Στρεβλώσεις

Στο πλαίσιο του παρόντος περιοριζόμαστε να αναφέρουμε τις δύο βασικότερες στρεβλώσεις: τα Πιστοποιητικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ) και το Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ).

Με το μηχανισμό των ΑΔΙ κάθε παραγωγός αποζημιώνεται από τους προμηθευτές Η.Ε. με ένα πάγιο ποσό το χρόνο για κάθε Μονάδα παραγωγής που κατέχει, ανεξάρτητα εάν η Μονάδα αυτή παράγει ή όχι.

Το ποσό αυτό είναι σήμερα 56.000 ευρώ ανά εγκατεστημένο MW, και σε κάποιες περιπτώσεις 90.000 ευρώ. Ετσι για μια Μονάδα Φυσικού Αερίου ισχύος 300 MW ο ιδιοκτήτης εισπράττει κάθε χρόνο 17-18 εκατ. ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι σε περίπου 10 χρόνια ανακτά το κεφάλαιο που επένδυσε, ακόμη και χωρίς να χρειαστεί να παραγάγει ούτε μια κιλοβατώρα.

Με βάση το ΜΑΜΚ οι Μονάδες Παραγωγής θα πρέπει να λειτουργούν στα λεγόμενα «τεχνικά ελάχιστα» και την παραγόμενη Ηλεκτρική Ενέργεια να την αγοράζει, υποχρεωτικά, το σύστημα με τιμή ίση με το μεταβλητό κόστος (καύσιμο) συν 10%. 

Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από τη ζήτηση, οι παραγωγοί πωλούν το 50%-60% της ενέργειας που μπορούν να παράγουν με ένα εύλογο κέρδος.

Συνεπεία των ανωτέρω, και των λοιπών στρεβλώσεων της αγοράς οι ιδιώτες παραγωγοί επιδοτούνται από τη ΔΕΗ, λόγω του ότι είναι ο μοναδικός προμηθευτής (98% μερίδιο αγοράς) των καταναλωτών και ως εκ τούτου και ο μοναδικός αγοραστής της παραγόμενης Η.Ε., με 300-350 εκατ. ευρώ το χρόνο. Προφανώς τα ποσά αυτά μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω της τιμής της KWH.

Δεν υπάρχει προηγούμενο σε άλλο κλάδο της οικονομίας, π.χ. κλωστοϋφαντουργία, οι επιχειρηματίες, λόγω της μειωμένης ζήτησης, να επιδοτούνται από το κράτος για την ύπαρξη των εγκαταστάσεών τους, και ταυτόχρονα το κράτος να υποχρεώνει τους πολίτες να αγοράζουν το 50%-60% της παραγωγής τους.


Δύο προοπτικές

Είναι προφανές ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αλλωστε αυτό ομολογείται πλέον από επίσημα χείλη.

Εάν αποκλείσουμε την επάνοδο σε καθεστώς κρατικού μονοπωλίου, υπάρχουν δύο (2) προοπτικές... (συνεχίζεται)





Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Νόαμ Τσόμσκι: Πως λειτουργεί ο κόσμος

2) Ο μύθος των δύσκολων καιρών

"Δεν υπάρχει σπάνις κεφαλαίων. 
Πρόκειται για απάτη"


- " Όταν σας τηλεφώνησα προχθές στο σπίτι σας, καθόσασταν στο σκοτάδι γιατί είχε κοπεί το ηλεκτρικό."


Ν.Τσόμσκι: Έχω την εντύπωση ότι θα βλέπουμε όλο και περισσότερο τέτοιες καταστάσεις. 

Είναι απλό: δεν έχουν γίνει επενδύσεις στις υποδομές. Αυτό αποτελεί συνέπεια του προσανατολισμού προς το βραχυπρόθεσμο κέρδος: όλα τα άλλα εγκαταλείπονται.  Πολλοί άνθρωποι το γνωρίζουν.

Στα πανεπιστήμια προσλαμβάνουν κατώτερο επιστημονικό προσωπικό με μερική απασχόληση και το απολύουν γρήγορα.  

Στην έρευνα υπάρχει μεγάλη πίεση ώστε να παράγονται άμεσης αξιοποίησης εργασίες σε μικρό χρονικό διάστημα, και όχι το είδος των βασικών, θεωρητικών μελετών που γίνονταν στη δεκαετία του 1950 και έθεσαν τις βάσεις της σημερινής οικονομίας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες όλων αυτών είναι πασιφανείς.

- " Τι γνώμη έχετε για την τρέχουσα έννοια της σπανιότητας - δεν υπάρχουν αρκετές θέσεις εργασίας ούτε αρκετό χρήμα ούτε αρκετές ευκαιρίες ; "


Ν.Τσόμσκι : Κάντε μια βόλτα σε οποιαδήποτε μεγάλη πόλη. Βλέπετε κάτι που δεν χρειάζεται βελτίωση ; 

Υπάρχουν πάμπολλες εργασίες που πρέπει να γίνουν και πολλά άεργα χέρια. Οι άνθρωποι θα ήταν ευτυχείς αν έκαναν αυτές δουλειές, αλλά το οικονομικό σύστημα είναι τόσο καταστροφικό, που δεν τους δίνει δουλειά. 
 Έχουμε πλημμυρίσει από κεφάλαιο. Οι εταιρείες έχουν τόσο πολλά χρήματα που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν - τους τρέχουν απ' τα μπατζάκια. 

Δεν υπάρχει σπάνις κεφαλαίων - οι δικοί μας καιροί, δεν είναι καιροί " ισχνών αγελάδων" - Πρόκειται για απάτη.

Είναι μια έξυπνη τακτική, επειδή δεν θέλουν ο κόσμος να στρέφει την προσοσχή του στους πλούσιους, σε αυτό που το Fortune και το Business Week αποκαλούν εκθαμβωτική και εκπληκτική άυξηση του κέρδους, στον τρόπο που το στρατιωτικό σύστημα δοχετεύει χρήματα στην υψηλή τεχνολογία προς όφελος της ιδιωτικής βιομηχανίας.

Υπάρχει αλλη μία πλευρά, που συζητείται πολύ λιγότερο. Ένας από τους σκοπούς της κατάργησης των κοινωνικών επιδομάτων και της ώθησης των δικαιούχων στην εργασία είναι να μειωθούν οι μισθοί με την αύξηση της προσφοράς εργαζομένων.

Κάντε τις συνθήκες τόσο άθλιες ώστε οι άνθρωποι να δέχονται κάθε δουλειά, δώστε ίσως και κάποιες δημόσιες επιδοτήσεις για να τους κρατήσετε στη δουλειά αυτή, και θα έχετε προκαλέσει μια γενναία μείωση του γενικού επιπέδου των μισθών.  Ιδού μια καλή μέθοδος για να υποφέρουν όλοι.  



- " Διεξάγεται μια εκστρατεία για να υπονομευθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στην κοινωνική ασφάλιση, με το επιχείρημα ότι καταρρέει."


 Ν.Τσόμσκι: Τα περισσότερα από όσα λέγονται για την κοινωνική ασφάλιση είναι απολύτως ψευδή.

 Δείτε το θέμα της ιδιωτικοποίησής της. Τα κονδύλια της κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να επενδυθούν στο χρηματιστήριο είτε το σύστημα είναι δημόσιο είτε ιδιωτικό.

 Όταν όμως βάζεις τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά να αξιοποιεί τα περιουσιακά του στοιχεία, αυτό διαλύει την αλληλεγγύη και μειώνει την αίσθηση της ευθύνης που εχει ο ένας έναντι του άλλου.

  Ο στόχος είναι μια κοινωνία στην οποία η βασική κοινωνική μονάδα είναι το άτομο και η τηλεόρασή του. Εάν το παιδί στο διπλανό σπίτι πεινάει, δεν είναι δικό σου πρόβλημα.

  Νομίζω ότι αυτή είναι η αντίληψη που βρίσκεται πίσω από την προπαγάνδα για την κοινωνική ασφάλιση.

Ένα πιο προοδευτικό φορολογικό σύστημα θα μπορούσε να διασφαλίσει τη λειτουργία της κοινωνικής ασφάλισης επ' άπειρον.


  -" Μετατοπιζόμαστε , λοιπόν από την αντίληψη : όταν βλάπτεται ένας βλάπτονται όλοι,  προς μια άλλη αντίληψη: όταν βλάπτεται ένας δεν θίγεται άλλος"

  Ν. Τσόμσκι: Αυτό είναι το ιδεώδες μιας καπιταλιστικής κοινωνίας - εξαιρουμένων των πλουσίων.

  Τα διοικητικά συμβούλια επιτρέπεται να συνεργάζονται, το ίδιο και οι τράπεζες, οι επενδυτές και οι εταιρείες που συμφωνούν μεταξύ τους και με τα ισχυρά κράτη. 

Γι'αυτούς είναι καλό. Μόνο οι φτωχοί δεν πρέπει να συνενώνονται...


[ Noam Chomsky : Πως λειτουργεί ο κόσμος - 1) "Ελεύθερο εμπόριο" ]

...........


( Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ- 
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ- ΑΡΙΑΝΔΗ ΑΛΑΒΑΝΟΥ)

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Επικίνδυνα ιδιωτικά παιχνίδια με τη «μικρή» ΔΕΗ



Η άμεση ανέγερση λιγνιτικών μονάδων με νέα τεχνολογία καύσης εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας Σήμερα συζητείται, πλέον, επίσημα το σχέδιο του τεμαχισμού της ΔΕΗ Α.Ε. και της παραχώρησης-πώλησης της «μικρής» ΔΕΗ σε ιδιώτες, το οποίο περιλαμβάνει το 30% των μονάδων παραγωγής από φυσικό αέριο, υδροηλεκτρικούς και ατμοηλεκτρικούς ΑΗΣ μαζί με λειτουργούντα λιγνιτωρυχεία καθώς και με «παρθένα» λιγνιτικά πεδία, δηλαδή λιγνιτικά κοιτάσματα της περιοχής για μελλοντική εκμετάλλευση. 




Παρέχεται, επίσης, και το 30% του πελατολογίου της επιχείρησης.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα λιγνιτικά πεδία και τους ΑΗΣ της Δυτ. Μακεδονίας που περιέρχονται στη «μικρή» ΔΕΗ, αυτά είναι τα ακόλουθα:

* Η μονάδα Μελίτη 1, εγκατεστημένης ισχύος 330 MW καθώς και άδεια για ανέγερση στον ίδιο χώρο και δεύτερης μονάδας (Μελίτη 2) ισχύος 450 MW.

* Οι δύο (2) μονάδες του ΑΗΣ Αμυνταίου - Φιλώτα εγκατεστημένης ισχύος 2Χ300 MW.

* Τα λιγνιτωρυχεία Αμυνταίου και Κλειδιού στα οποία υπάρχει ήδη εξορυκτική δραστηριότητα από τη ΔΕΗ Α.Ε. καθώς και τα μη διανοιχθέντα ακόμη λιγνιτικά πεδία Κομνηνά, Μελίτη και Βεύη (παραχώρηση ΔΕΗ), τα οποία παραχωρούνται για δυνητική μελλοντική εκμετάλλευση.

* Συγχρόνως, διατίθεται και το προσωπικό του ορυχείου Αμυνταίου (680 άτομα) καθώς και το 30% του προσωπικού των υποστηρικτικών υπηρεσιών.

Από μια πρώτη επισκόπηση των πιο πάνω συστατικών στοιχείων της νέας ιδιωτικής «μικρής» ΔΕΗ και των επιδράσεων-προβλημάτων, που θα προκύψουν στο συνολικό σύστημα της λιγνιτοενεργειακής δραστηριότητας στην περιοχή της Δυτ. Μακεδονίας, αλλά και με σοβαρές επιπτώσεις στο συνολικό ηλεκτρενεργειακό σύστημα της χώρας, δεδομένης της νευραλγικής θέσης σε τούτο του λιγνίτη, σημειώνονται τα ακόλουθα:

1) Πώς θα αποτιμηθεί η αξία των παραχωρούμενων ΑΗΣ και των λειτουργούντων λιγνιτωρυχείων; Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την πλέον σύγχρονη μονάδα της ΔΕΗ Α.Ε. Μελίτη 1, πώς θα αξιολογηθεί το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνονται κι όλες οι υποδομές για την ανέγερση και για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας και της νέας μονάδας Μελίτη 2; 

Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με παρόμοιες εγκαταστάσεις πρόκειται για σημαντικές κατασκευές για την τροφοδοσία του ΑΗΣ με λιγνίτη (αυλή λιγνίτη), το σύστημα αποκομιδής της τέφρας, τις πηγές (φράγμα Παπαδιάς & υδρογεωτρήσεις) και το σύστημα παροχής νερού που είναι απαραίτητο για την παραγωγή του ατμού, πλήθος κτηριακών εγκαταστάσεων (γραφεία, διάφορα συνεργεία, μηχανουργείο, αποθήκες, χημικά εργαστήρια κ.ά.), το δίκτυο υψηλής τάσης κ.ο.κ. συνολικής αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, τις οποίες πλήρωσε πανάκριβα ο Ελληνας καταναλωτής και φορολογούμενος.

2) Πώς θα διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των δύο (2) μονάδων του ΑΗΣ Αμυνταίου για την περίοδο 2016-2023, κατά την οποία αποφασίστηκε ήδη να λειτουργεί κατά μέσο όρο μόνο τρεις μήνες ανά έτος σε εφαρμογή της οδηγίας 2010/75/ΕΕ; 

Θα αλλάξει, πώς και προς ποια κατεύθυνση η ρύθμιση αυτή; Θα γίνουν περιβαλλοντικές επενδύσεις από το νέο ιδιοκτήτη αξίας 160 εκατ. ευρώ, περίπου, για να διασφαλιστεί η κανονική λειτουργία του ΑΗΣ; 

Αν ναι, τότε θα συνεχιστεί η κατασπατάληση του λιγνίτη λόγω του χαμηλού βαθμού απόδοσης (~32%), όταν οι ΑΗΣ νέας τεχνολογίας καύσης επιτυγχάνουν β.α. >41%, όπως προαναφέρθηκε. 

Από πού έλκει κανείς το δικαίωμα στη χώρα μας να σπαταλήσει τον ενεργειακό ορυκτό μας πλούτο (λιγνίτη), όταν η τεχνολογική εξέλιξη παρέχει ήδη σήμερα αξιόπιστες βιομηχανικές λύσεις για την κατά 30% τουλάχιστον βελτίωση της αξιοποίησής του; 

3) Αν υποθέσουμε ότι θα υποχρεωθεί -άγνωστο με ποια μέθοδο- ο νέος ιδιοκτήτης της «μικρής» ΔΕΗ να κατασκευάσει νέα σύγχρονη λιγνιτική μονάδα, τη μονάδα Αμύνταιο 3 σε αντικατάσταση των μονάδων Αμύνταιο 1 και 2, τότε οφείλει αναγκαστικά να προβεί στη διάνοιξη και εκμετάλλευση του λιγνιτικού πεδίου των Κομνηνών για να διασφαλίσει την τροφοδοσία με λιγνίτη του νέου ΑΗΣ από δικό του κοίτασμα....

 ....
Τίθεται, επομένως, το ερώτημα κατά πόσο είναι εφικτή η μετεγκατάσταση ενός ολόκληρου οικισμού από το νέο ιδιώτη-ιδιοκτήτη του ορυχείου, όταν οι αντίστοιχες μετεγκαταστάσεις που εκτελούνται από τη σημερινή ΔΕΗ Α.Ε., η οποία διαθέτει τεράστια εμπειρία και πλήρως επανδρωμένες μελετητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες για το σκοπό αυτό, καθυστερούν συχνότατα πέραν του αναμενομένου για ποικίλους λόγους.  


Ας διδαχθούμε τουλάχιστον από την περίπτωση του πολύ μικρού οικισμού της Αχλάδας, του οποίου η μετεγκατάσταση καθυστερεί ανεπίτρεπτα επί 4ετία κι έχει οδηγήσει στο διπλασιασμό του κόστους του εξορυσσόμενου λιγνίτη στο ιδιωτικό ορυχείο Αχλάδας, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα το κόστος της παραγόμενης κιλοβατώρας του ΑΗΣ Μελίτης.

4) Στην περίπτωση που δεν θα κατασκευαστεί από τον ιδιοκτήτη της «μικρής» ΔΕΗ νέα μονάδα στον ΑΗΣ Αμυνταίου και δεν γίνουν οι δαπανηρές περιβαλλοντικές επενδύσεις στις μονάδες του σημερινού ΑΗΣ Αμυνταίου, τότε θα υπολειτουργεί αναγκαστικά το ορυχείο Αμυνταίου για την 8ετία 2016-2023 εξαιτίας της αντίστοιχης υπολειτουργίας του ΑΗΣ Αμυνταίου. Ακόμη παραπέρα, τι θα απογίνει ο τεράστιας αξίας και μεγέθους πάγιος εξοπλισμός του λιγνιτωρυχείου Αμυνταίου μετά το 2023; Θα μεταπωληθεί (;) στη ΔΕΗ Α.Ε. από την οποία αφαιρέθηκε, ή θα πωληθεί ως scrap στη χαλυβουργία; 

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο εξοπλισμός αυτός είναι σε θέση να λειτουργεί παραγωγικά και στο μέλλον για δεκαετίες. Ποιος, αλήθεια, θα αναλάβει την ευθύνη της απαξίωσης του εξοπλισμού αυτού που πλήρωσε πανάκριβα ο Ελληνας φορολογούμενος;

5) Υπάρχει, λοιπόν, σοβαρότατος κίνδυνος να προκύψουν τραγελαφικές καταστάσεις στην εξέλιξη του όλου εγχειρήματος της «μικρής» ΔΕΗ. Κι αν η εγχώρια αρνητική εμπειρία δεν θεωρείται από κάποιους επαρκής, ας διδαχθούμε τουλάχιστον από την αντίστοιχη διεθνή εμπειρία, π.χ. της Πολωνίας, όπου στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (2003) διατέθηκε λιγνιτικός ΑΗΣ σε ιδιώτες (ΖΕ ΡΑΚ SA), με αποτέλεσμα να εμπλακεί σε δικαστικές διαφορές (....)

 (...)

6) Πριν προχωρήσουν οι αρμόδιοι στο εγχείρημα της «μικρής» ΔΕΗ και σε ό,τι αφορά τη λιγνιτοενεργειακή δραστηριότητα στη Δυτ. Μακεδονία, πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη και τα εξής:

* Η περιοχή Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου αποτελεί ενιαία γεωλογικο-κοιτασματολογικά λιγνιτική ενότητα, για τούτο άλλωστε εκπονήθηκε ιδιαίτερο στρατηγικό σχέδιο εκμετάλλευσης (ΜΙΝΕ MASTER PLAN, 1995), χαρακτηρίζεται δε από κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά (γαιώδης λιγνίτης κ.α.), που επιτρέπουν τη δυνατότητα αποδοτικής καύσης του λιγνίτη, προερχόμενου από οποιοδήποτε από τα τέσσερα (4) λειτουργούντα σήμερα λιγνιτωρυχεία, σε οποιονδήποτε από τους τέσσερις (4), αντίστοιχα, λιγνιτικούς ΑΗΣ.

Η απόφαση να συμπεριληφθεί το ορυχείο Αμυνταίου και ο ΑΗΣ Αμυνταίου στη «μικρή» ΔΕΗ διασπά (μήπως επίτηδες;) τη συνεκτική μεταλλευτικά λειτουργική ενότητα και προοιωνίζεται μελλοντικά λειτουργικά αδιέξοδα, που θα επιφέρουν οικονομική ζημία στη συνολική ενεργειακή δραστηριότητα της περιοχής και της χώρας.

* Η παραχώρηση του λιγνιτικού (ξυλιτικού τύπου) κοιτάσματος των Κομνηνών στον ιδιοκτήτη της «μικρής» ΔΕΗ έχει νόημα, μόνο εφ' όσον έχει προαποφασιστεί από το αρμόδιο υπουργείο και υποχρεωθεί ο νέος ιδιοκτήτης στην κατασκευή από τον ίδιο νέας λιγνιτικής μονάδας ανάλογης ισχύος και νέας κατάλληλης τεχνολογίας στο χώρο του ΑΗΣ Αμυνταίου. 

Σε αντίθετη περίπτωση όχι μόνο στερείται νοήματος η παραχώρηση του κοιτάσματος στη «μικρή» ΔΕΗ, αλλά αποκλείει την ενδεχόμενη αξιοποίηση του κοιτάσματος (... )

 (....)

Τίθεται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων το ερώτημα: Πώς θα υποχρεωθεί, πότε και από ποιον ο ιδιοκτήτης της «μικρής» ΔΕΗ να αξιοποιήσει το λιγνιτικό κοίτασμα των Κομνηνών; 

Εάν τούτο δεν συμβεί, ποιος θα πληρώσει την απώλεια αυτή και ποιος θα λογοδοτήσει τελικά απέναντι στον Ελληνα πολίτη (φορολογούμενο);

* Τα λιγνιτικά κοιτάσματα της περιοχής - λεκάνης της Φλώρινας αποτελούν, επίσης, ενιαία ενότητα με κοινά ποιοτικά χαρακτηριστικά του λιγνίτη (ξυλώδης τύπος κ.ά.), που διαφέρουν, όμως, αισθητά από τα αντίστοιχα της λεκάνης Πτολ/δας - Αμυνταίου.  

Για τούτο άλλωστε εκπονήθηκε σχέδιο εκμετάλλευσης (FLORINA MINING PROJECT, 1993) για την περιοχή αυτή, που πρότεινε την ανέγερση δύο λιγνιτικών μονάδων. 

Το σχέδιο αυτό βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο λιγνίτη των κοιτασμάτων Βεύης (ΔΕΗ και ιδιώτης), Αχλάδας (ιδιώτης) και Κλειδιού (ΔΕΗ), στα οποία έχουν ήδη αναπτυχθεί εκμεταλλεύσεις. Δυστυχώς, το σχέδιο αυτό καρκινοβατεί μέχρι σήμερα, όπως προαναφέρθηκε. 

Με την πρόταση της δημιουργίας της «μικρής» ΔΕΗ ουσιαστικά χαρίζεται η πλέον σύγχρονη λιγνιτική μονάδα της ΔΕΗ Α.Ε. (Μελίτη 1), και οι πανάκριβες κοινές υποδομές για την ανέγερση και λειτουργία και της δεύτερης μονάδας, της οποίας το κόστος ανέγερσης είναι πολύ μικρότερο από μια συνήθη μονάδα, λόγω ακριβώς της ύπαρξης ήδη των απαραίτητων υποδομών.
Συμπεράσματα - προτάσεις

Μετά τα πιο πάνω είναι φανερό ότι ακόμη κι αν δημιουργηθεί η «μικρή» ΔΕΗ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, στην πράξη θα αναφανούν τόσο μεγάλα και τέτοιας έκτασης και φύσης προβλήματα, τα οποία δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίσει και να επιλύσει κανείς ιδιώτης. 

Είναι γνωστές, σε όσους έχουν ασχοληθεί με την εκμετάλλευση λιγνιτωρυχείων και τη λειτουργία των ΑΗΣ, οι σχετικές δυνατότητες και αδυναμίες των ιδιωτών, που καλούνται να εμπλακούν στο χώρο της λιγνιτοενεργειακής δραστηριότητας....

(συνεχίζεται) 

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ανθρώπινη συνύπαρξη

Ζίγκμουντ Μπάουμαν
Η ταυτότητα της Αριστεράς

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ

Η ακόλουθη συνέντευξη του Πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν δημοσιεύτηκε στο πολωνικό περιοδικό «Kultura Liberalna».

• Κατά τη γνώμη σας ποια Αριστερά θα έχουμε στο μέλλον; Μια Αριστερά συντηρητική στα θέματα των ηθών ή που θα δίνει έμφαση στην αναδιανομή των εισοδημάτων, εχθρική προς την Ευρώπη ή πρωτοποριακή, ριζοσπαστικά οικολογική που θα παλεύει για τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζετε δεν καλύπτουν την πολυπλοκότητα του προβλήματος της Αριστεράς σήμερα. 

Εδώ και πολύ καιρό, έχουμε να κάνουμε με δύο τρόπους οικοδόμησης της Αριστεράς που είναι δυστυχώς και οι δύο εσφαλμένοι. Επικρατεί η ιδέα της δημιουργίας μιας Αριστεράς που θα μοιάζει με τη Δεξιά, συνδεδεμένη βέβαια με την επαγγελία ότι εμείς θα κάνουμε καλύτερα αυτό που κάνει η Δεξιά, με περισσότερη αποτελεσματικότητα. 

Παρατηρούμε ότι οι πιο δραστικές πράξεις διάλυσης του κοινωνικού κράτους υπήρξαν το έργο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Οσο η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε προφήτης και ιεραπόστολος της νεοφιλελεύθερης θρησκείας άλλο τόσο ο Τόνι Μπλερ την αναγόρευσε σε κρατική θρησκεία. 

Ο δεύτερος τρόπος οικοδόμησης της Αριστεράς είναι η αντίληψη της συμμαχίας «ουράνιο τόξο». Εκκινούν από την υπόθεση ότι αν κατορθώσουν να συγκεντρώσουν όλους τους δυσαρεστημένους κάτω από την ίδια ομπρέλα, όποια και αν είναι η φύση της δυσθυμίας τους, θα γεννηθεί μια ισχυρή πολιτική δύναμη.  

Δεν αποτελεί εμπόδιο το ότι, μεταξύ των απογοητευμένων και των αδικημένων, υπάρχουν πολύ σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων και διεκδικήσεων. Φανταστείτε μια Αριστερά που αποτελείται από τη μια μεριά από υποστηρικτές του γάμου για όλους και από την άλλη από μια διωκόμενη πακιστανική μειονότητα – είναι μια συνταγή καταστροφής και αδυναμίας. 

Η αντίληψη της συμμαχίας «ουράνιο τόξο» δεν παράγει παρά τη διάλυση της αριστερής ταυτότητας, την προγραμματική ασάφεια και την παράλυση της «πολιτικής δύναμης» που ήθελε να θεμελιώσει.

• Πάνω σε ποια βάση όμως μπορεί η Αριστερά να θεμελιώσει το πρόγραμμά της; Ο Ζακ Ζιλιάρ, ο οποίος, στο βιβλίο του «Les gauches françaises», 1762-2012, παρουσίασε μια κριτική ανάλυση της κληρονομιάς της γαλλικής Αριστεράς, ισχυρίζεται ότι η Αριστερά σήμερα μπορεί να αναφέρεται το πολύ στην ιδέα της δικαιοσύνης. Δεν μπορεί πλέον να μιλάει για πρόοδο, αφού βλέπει με ανησυχία την τεχνική που είναι η ενσάρκωση της προόδου, ενώ βλέπει με συμπάθεια την οικολογία, η οποία εξ ορισμού τείνει προς τη συντήρηση και όχι προς την αλλαγή.

Η πτώση του κομμουνισμού είχε σίγουρα σημαντική επίδραση στο δυναμικό της Αριστεράς. Επί πολλές δεκαετίες, η «ημερήσια διάταξη» για τον υπόλοιπο κόσμο είχε ήδη οριστεί από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης του κομμουνισμού, με το πρόγραμμά του για μια άλλη κοινωνία. 
Με ή χωρίς ενθουσιασμό, υποκινούμενος από ένα ένστικτο συντήρησης, αυτός ο υπόλοιπος κόσμος καταπιανόταν με καθήκοντα που περιέχονταν σε αυτό το πρόγραμμα, όπως είναι η πάλη εναντίον της δυστυχίας και της ταπείνωσης, η διεκδίκηση ικανοποιητικής αμοιβής για τον ρόλο της εργατικής τάξης στη διαδικασία δημιουργίας του πλούτου, η πάλη εναντίον των ανισοτήτων και για την κοινωνική δικαιοσύνη, η δωρεάν εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη, οι συντάξεις και η κοινωνική ασφάλιση που προστατεύει τα άτομα από τις κακοτυχίες της ζωής. Πράγμα που διευκόλυνε περισσότερο τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία είχε βρει –παραδόξως- έναν ισχυρό σύμμαχο στον πιο λυσσαλέο εχθρό της, να επιβάλει το κοινωνικό της πρόγραμμα. 
Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο «υπόλοιπος κόσμος» υλοποιούσε τα καθήκοντα που επέβαλλε η κομμουνιστική απειλή με επιτυχία πολύ μεγαλύτερη από όσο ο ίδιος ο κομμουνισμός! 
Σήμερα το φόβητρο του κομμουνισμού δεν υπάρχει πλέον. Επομένως τα προγράμματα βελτίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης υποχωρούν. Στη σφαίρα της πρακτικής, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ το εξέφρασε λακωνικά και με ακρίβεια λέγοντας: «Δεν υπάρχει καπιταλιστική και σοσιαλιστική οικονομία. Υπάρχει μόνο καλή ή κακή οικονομία»
Με αυτήν την έννοια, οι κυβερνήσεις της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς ανταγωνίζονται για το μεγαλύτερο αξίωμα μεταξύ των πιστών της εκκλησίας του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).

Στο τιμόνι του κράτους, τα δύο άκρα της πολιτικής βεντάλιας συμφωνούν στο να αναγνωρίζουν την οικονομική ανάπτυξη σαν φάρμακο για όλα τα κοινωνικά δεινά και στο να βλέπουν στην αύξηση της κατανάλωσης ένα κριτήριο της καλής διακυβέρνησης. Τα υπόλοιπα δεν είναι παρά εκλογική προπαγάνδα...
 • Πρέπει επομένως να ενταφιάσουμε την Αριστερά;

Κάθε άλλο. Σήμερα η Αριστερά έχει πάντα τη δυνατότητα να διατηρήσει και να εδραιώσει την ταυτότητά της. Αναφέρω εδώ δύο μόνον αρχές που συνδέονται αδιάσπαστα με ένα «όραμα» της Αριστεράς: την ανθρώπινη συνύπαρξη. 
Η πρώτη είναι η ευθύνη της κοινότητας για όλα τα μέλη της και, πιο συγκεκριμένα, η ευθύνη να εγγυάται την ασφάλεια κάθε μέλους της απέναντι στις κακοτυχίες της ζωής, τις καταστάσεις άρνησης της αξιοπρέπειας, αναπηρίας και ταπείνωσης...
(συνεχίζεται)

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ρομπόλης Σάββας: Η συνείδηση της ανεργίας

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ,  
"Η βία της ανεργίας",
εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ 607
 

Η εξέλιξη της ύφεσης και της ανεργίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2010-2014, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, αποδεικνύει ότι η ύφεση και η ανεργία δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας. 

Αντίθετα, συνιστούν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των ασκούμενων πολιτικών, οι οποίες ουσιαστικά φυλακίζουν τους πόρους της οικονομίας στο έλλειμμα και το χρέος, στερώντας από πόρους τις επενδύσεις, την ανάπτυξη και την απασχόληση. 

Έτσι η ανεργία (Νοέμβριος 2013, 28% 1.382.062 άτομα) έχει αποκτήσει μόνιμα και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, με την έννοια ότι μετά την ύφεση η ανεργία πολύ δύσκολα θα διαμορφωθεί κάτω από 17% μέχρι το 2026, ακόμη και με το αισιόδοξο σενάριο ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ 3,5%-4% (50.000 νέες θέσεις εργασίας τον χρόνο), καθώς αυτό το ποσοστό αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. 

Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 (450.000 άτομα) και να δημιουργήσει το ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας που χάθηκαν την περίοδο 2010-2013, από τα δύο εκατομμύρια θέσεων εργασίας που χάθηκαν συνολικά στις χώρες εφαρμογής των Μνημονίων (Ελλάδα, Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία), ακόμη και με αυτό το αισιόδοξο σενάριο αύξησης του ΑΕΠ, θα χρειαστούν τουλάχιστον είκοσι χρόνια.


Σ' αυτό το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο της ανεργίας, το νέο, ενδιαφέρον, σύνθετο, επιμελημένο και με πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το οποίο αποπνέει ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινωνιολογικής και πολιτικής σκέψης, έχει ως στόχο να διερευνήσει: 

α) πώς αντιμετωπίζουν οι άνεργοι (και οι επιχειρήσεις) τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης; 

β) πώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανέργων επηρεάζουν τη σχέση τους με τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης; και 

γ) πώς διαμορφώνουν τις στάσεις, τις συμπεριφορές και τις αντιλήψεις τους για την ανεργία και τις υπηρεσίες απασχόλησης;

Με άλλα λόγια, η διενέργεια μιας ποιοτικής διάστασης μελέτης, όπως αναφέρει ο συγγραφέας,...(συνεχίζεται)



Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

The future of jobs - The onrushing wave


The onrushing wave


IN 1930, when the world was “suffering…from a bad attack of economic pessimism”, John Maynard Keynes wrote a broadly optimistic essay, “Economic Possibilities for our Grandchildren”. It imagined a middle way between revolution and stagnation that would leave the said grandchildren a great deal richer than their grandparents. But the path was not without dangers.

One of the worries Keynes admitted was a “new disease”: “technological unemployment…due to our discovery of means of economising the use of labour outrunning the pace at which we can find new uses for labour.” His readers might not have heard of the problem, he suggested—but they were certain to hear a lot more about it in the years to come.

For the most part, they did not. Nowadays, the majority of economists confidently wave such worries away. By raising productivity, they argue, any automation which economises on the use of labour will increase incomes. That will generate demand for new products and services, which will in turn create new jobs for displaced workers. To think otherwise has meant being tarred a Luddite—the name taken by 19th-century textile workers who smashed the machines taking their jobs.

For much of the 20th century, those arguing that technology brought ever more jobs and prosperity looked to have the better of the debate. Real incomes in Britain scarcely doubled between the beginning of the common era and 1570. They then tripled from 1570 to 1875. And they more than tripled from 1875 to 1975. Industrialisation did not end up eliminating the need for human workers. On the contrary, it created employment opportunities sufficient to soak up the 20th century’s exploding population. Keynes’s vision of everyone in the 2030s being a lot richer is largely achieved. His belief they would work just 15 hours or so a week has not come to pass.

When the sleeper wakes

Yet some now fear that a new era of automation enabled by ever more powerful and capable computers could work out differently. They start from the observation that, across the rich world, all is far from well in the world of work. The essence of what they see as a work crisis is that in rich countries the wages of the typical worker, adjusted for cost of living, are stagnant. In America the real wage has hardly budged over the past four decades. Even in places like Britain and Germany, where employment is touching new highs, wages have been flat for a decade. Recent research suggests that this is because substituting capital for labour through automation is increasingly attractive; as a result owners of capital have captured ever more of the world’s income since the 1980s, while the share going to labour has fallen.

At the same time, even in relatively egalitarian places like Sweden, inequality among the employed has risen sharply, with the share going to the highest earners soaring. For those not in the elite, argues David Graeber, an anthropologist at the London School of Economics, much of modern labour consists of stultifying “bullshit jobs”—low- and mid-level screen-sitting that serves simply to occupy workers for whom the economy no longer has much use. Keeping them employed, Mr Graeber argues, is not an economic choice; it is something the ruling class does to keep control over the lives of others.

Be that as it may, drudgery may soon enough give way to frank unemployment. There is already a long-term trend towards lower levels of employment in some rich countries. The proportion of American adults participating in the labour force recently hit its lowest level since 1978, and although some of that is due to the effects of ageing, some is not. In a recent speech that was modelled in part on Keynes’s “Possibilities”, Larry Summers, a former American treasury secretary, looked at employment trends among American men between 25 and 54. In the 1960s only one in 20 of those men was not working. According to Mr Summers’s extrapolations, in ten years the number could be one in seven.

This is one indication, Mr Summers says, that technical change is increasingly taking the form of “capital that effectively substitutes for labour”. There may be a lot more for such capital to do in the near future.

 A 2013 paper by Carl Benedikt Frey and Michael Osborne, of the University of Oxford, argued that jobs are at high risk of being automated in 47% of the occupational categories into which work is customarily sorted. That includes accountancy, legal work, technical writing and a lot of other white-collar occupations.

Answering the question of whether such automation could lead to prolonged pain for workers means taking a close look at past experience, theory and technological trends. The picture suggested by this evidence is a complex one. It is also more worrying than many economists and politicians have been prepared to admit.


The lathe of heaven


Economists take the relationship between innovation and higher living standards for granted in part because they believe history justifies such a view. Industrialisation clearly led to enormous rises in incomes and living standards over the long run. Yet the road to riches was rockier than is often appreciated.

In 1500 an estimated 75% of the British labour force toiled in agriculture. By 1800 that figure had fallen to 35%. When the shift to manufacturing got under way during the 18th century it was overwhelmingly done at small scale, either within the home or in a small workshop; employment in a large factory was a rarity. By the end of the 19th century huge plants in massive industrial cities were the norm. The great shift was made possible by automation and steam engines.

Industrial firms combined human labour with big, expensive capital equipment. To maximise the output of that costly machinery, factory owners reorganised the processes of production. Workers were given one or a few repetitive tasks, often making components of finished products rather than whole pieces. Bosses imposed a tight schedule and strict worker discipline to keep up the productive pace. The Industrial Revolution was not simply a matter of replacing muscle with steam; it was a matter of reshaping jobs themselves into the sort of precisely defined components that steam-driven machinery needed—cogs in a factory system.

The way old jobs were done changed; new jobs were created. Joel Mokyr, an economic historian at Northwestern University in Illinois, argues that the more intricate machines, techniques and supply chains of the period all required careful tending. The workers who provided that care were well rewarded. As research by Lawrence Katz, of Harvard University, and Robert Margo, of Boston University, shows, employment in manufacturing “hollowed out”. As employment grew for highly skilled workers and unskilled workers, craft workers lost out. 

This was the loss to which the Luddites, understandably if not effectively, took exception.




With the low-skilled workers far more numerous, at least to begin with, the lot of the average worker during the early part of this great industrial and social upheaval was not a happy one. 

As Mr Mokyr notes, “life did not improve all that much between 1750 and 1850.” For 60 years, from 1770 to 1830, growth in British wages, adjusted for inflation, was imperceptible because productivity growth was restricted to a few industries. Not until the late 19th century, when the gains had spread across the whole economy, did wages at last perform in line with productivity (see chart 1).

Along with social reforms and new political movements that gave voice to the workers, this faster wage growth helped spread the benefits of industrialisation across wider segments of the population. New investments in education provided a supply of workers for the more skilled jobs that were by then being created in ever greater numbers. This shift continued into the 20th century as post-secondary education became increasingly common.

Claudia Goldin, an economist at Harvard University, and Mr Katz have written that workers were in a “race between education and technology” during this period, and for the most part they won. Even so, it was not until the “golden age” after the second world war that workers in the rich world secured real prosperity, and a large, property-owning middle class came to dominate politics. At the same time communism, a legacy of industrialisation’s harsh early era, kept hundreds of millions of people around the world in poverty, and the effects of the imperialism driven by European industrialisation continued to be felt by billions.

The impacts of technological change take their time appearing. They also vary hugely from industry to industry. Although in many simple economic models technology pairs neatly with capital and labour to produce output, in practice technological changes do not affect all workers the same way. Some find that their skills are complementary to new technologies. Others find themselves out of work.

Take computers. In the early 20th century a “computer” was a worker, or a room of workers, doing mathematical calculations by hand, often with the end point of one person’s work the starting point for the next. The development of mechanical and electronic computing rendered these arrangements obsolete. But in time it greatly increased the productivity of those who used the new computers in their work.

Many other technical innovations had similar effects. New machinery displaced handicraft producers across numerous industries, from textiles to metalworking. At the same time it enabled vastly more output per person than craft producers could ever manage...


the whole text:  


Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Στη δίνη της επαναστατικής αλλαγής



Από τον Θανάση Γιαλκέτση

Ηδη από το 1960, ο Γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός των επιστημών Μισέλ Σερ προέβλεπε ότι η κοινωνία του μέλλοντος θα καθοδηγείται από τον Ερμή και όχι από τον Προμηθέα.



Υπογράμμιζε, με άλλα λόγια, ότι η επικοινωνία θα γινόταν πιο σημαντική από την παραγωγή. 


Στο βιβλίο του «Η Κοντορεβιθούλα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (μετάφραση: Δημήτρης Ποταμιάνος, εκδ. Ποταμός), ο Σερ ερευνά τους μετασχηματισμούς του κόσμου και του ανθρώπου που συντελούνται υπό την επίδραση των νέων τεχνολογιών της επικοινωνίας. Η ακόλουθη συνέντευξη του Μισέλ Σερ δημοσιεύτηκε στην «Corriere della Sera».

• Στο βιβλίο σας «Η Κοντορεβιθούλα» ασχολείστε με τρεις επαναστάσεις, τελευταία από τις οποίες είναι αυτή που ζούμε σήμερα, με όλες τις συνέπειες που πηγάζουν από αυτήν. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτές;


Εχω μιλήσει για τρεις ιστορικές επαναστάσεις: 

- τη μετάβαση από την προφορικότητα στη γραφή, 

- την επανάσταση της τυπογραφίας στον 15ο αιώνα με την έλευση του Γουτεμβέργιου και του βιβλίου 

- και την τρίτη επανάσταση, εκείνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είναι μια επανάσταση που βασίζεται στο ζεύγος μέσο/μήνυμα. 


Στην προφορικότητα το μέσο είναι το σώμα και το μήνυμα τα ομιλούμενα.  
Επειτα, το μέσο είναι το χαρτί και το μήνυμα είναι αυτό που γράφεται ή τυπώνεται.  

Σήμερα το μέσο είναι υλικό και το μήνυμα είναι ηλεκτρονικό. 


Ολες αυτές οι επαναστάσεις –της γραφής, της τυπογραφίας και η δική μας– έχουν μετασχηματίσει σχεδόν ολοκληρωτικά την κοινωνία. Εχουν προκαλέσει αλλαγές οικονομικές, βιομηχανικές, εμπορικές, αλλαγές στη γλώσσα, την επιστήμη, ακόμη και τη θρησκεία.  

Με τη γραφή, για παράδειγμα, συνδέθηκε η θρησκεία του βιβλίου, η εβραϊκή θρησκεία και έπειτα η χριστιανική. Στη συνέχεια, στον καιρό της τυπογραφίας, υπήρξε η Μεταρρύθμιση, ο προτεσταντισμός σε αντίθεση προς τον καθολικισμό. 

Κάθε φορά υπήρξαν επομένως επαναστάσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνίας και ακόμη και σήμερα θα πρέπει να περιμένουμε ανάλογες κρίσεις.

• Ηδη σχεδόν όλοι οι μεγάλοι θεσμοί είναι σε κρίση. Μπορείτε να μας πείτε από τι θα αντικατασταθούν αυτοί οι θεσμοί;

Απαντώ στο ερώτημά σας για τη γενική κρίση των θεσμών με μια στάση διαγνωστική, ιατρικού τύπου. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ορισμένοι τύποι μαζικών μέσων που χάνουν έδαφος, όπως είναι η εφημερίδα ή το βιβλίο. 

Η κρίση όμως είναι ακόμη πιο ριζική για το πανεπιστήμιο –δεδομένου ότι τα μαθήματα online παίρνουν το προβάδισμα– και αγγίζει ακόμη και τους πολιτικούς θεσμούς. 

Για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, δηλαδή από ποιους θεσμούς θα αντικατασταθούν, χρειάζεται να κάνω προγνώσεις, αλλά εγώ δεν είμαι ακόμη σε θέση να τις κάνω. Μου φαίνεται ότι θα χρειαζόμασταν έναν μεγάλο πολιτικό φιλόσοφο που θα επινοούσε νέους θεσμούς. 

Στον 19ο αιώνα υπήρξαν πολλοί ανανεωτές στοχαστές, όπως οι ουτοπικοί σοσιαλιστές, ο Μαρξ και άλλοι. Στον 20ό αιώνα όμως είχαμε αρκετά λιγότερους και ακόμη και σήμερα αισθανόμαστε πολύ την έλλειψή τους.

• Εχετε πει ότι οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν μια νέα ανθρώπινη ύπαρξη. Μπορείτε να μας εξηγήσετε αυτήν την ιδέα;

Με αφορμή την επινόηση της τυπογραφίας, σε ένα από τα δοκίμιά του ο Μοντέν είχε πει: «Είναι καλύτερο ένα καλοφτιαγμένο κεφάλι παρά ένα παραγεμισμένο κεφάλι». 

Είχε επισημάνει ένα παράξενο πράγμα: το κεφάλι, δηλαδή το υποκείμενο της σκέψης, άλλαζε. Με την έλευση της τυπογραφίας υπήρχε η εντύπωση ότι γεννιόταν ένας νέος τρόπος σκέψης. Το αποδεικνύει το γεγονός ότι ακριβώς τότε γεννήθηκε η μαθηματική φυσική. Και σήμερα αναδύεται ένας νέος τρόπος σκέψης, ένα νέο κεφάλι. 

Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι η μνήμη μας και μεγάλο μέρος των δικτύων με τα οποία συνδεόμαστε. Πολλές από τις παλιές λειτουργίες της σκέψης έχουν αντικατασταθεί από τον υπολογιστή και επομένως το κεφάλι αλλάζει. Αυτό είναι το νέο πρόσωπο. 
Αλλάζει κυρίως το υποκείμενο της σκέψης, αλλά αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουμε. 

Στο μετρό του Λονδίνου ή του Παρισιού βλέπουμε ότι όλοι μιλούν στα κινητά τους τηλέφωνα και με αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζουν πλήρως την κοινότητα του μετρό του παρελθόντος.  
Υπάρχουν δύο πράγματα που αλλάζουν, το υποκείμενο της σκέψης και το υποκείμενο της κοινότητας.

• Με εντυπωσίασε πολύ στο βιβλίο σας η θέση ότι τα δίκτυα είναι χώροι του παρελθόντος και ότι σήμερα η ιδέα μας για τον χώρο έχει αλλάξει, είναι στην πραγματικότητα ένας τοπολογικός χώρος χωρίς απόσταση. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτόν τον τοπολογικό χώρο και για το τι θα σημαίνει στο μέλλον;

Κάποτε μια οδική διεύθυνση ήταν ένας κώδικας που αναφερόταν σε μια περιοχή του χάρτη μιας πόλης σχεδιασμένη σύμφωνα με τη μετρική γεωμετρία, με την οποία ορίζονται οι αποστάσεις. 
Με τη νέα τεχνολογία η απόσταση χάνεται. Δεν περιορίζεται μόνον, όπως συνέβαινε πριν, όταν οι αποστάσεις μειώνονταν χάρη σε ένα άλογο ή σε ένα αεροπλάνο. 
 
Σήμερα εκμηδενίζεται και επομένως η νέα μας διεύθυνση είναι η διεύθυνση του κινητού τηλεφώνου μας ή του ηλεκτρονικού μας υπολογιστή, που λειτουργεί παντού όπου βρισκόμαστε και επιτρέπει να στέλνουμε μηνύματα όπου και αν βρίσκεται ο αποδέκτης. Με μιαν ορισμένη έννοια, δεν κατοικούμε πλέον στον ίδιο χώρο που κατοικούσαν οι γονείς μας. 
 
Εχουμε αλλάξει χώρο και αυτή η αλλαγή είναι από πολλές απόψεις θεμελιώδης...(Συνεχίζεται)